Τρίτη, 15 Ιουλίου 2014

Την πόλη αφήνω πίσω μου άγρυπνος και ξαναμμένος

ο ήχος του σκουπιδιάρικου κάθε βράδυ την ίδια ώρα. τα παράθυρα ανοιχτά. η μπόχα από τους κάδους εισβάλλει ανεξέλεγκτα στα διαμερίσματα της πόλης. εδώ πιο κάτω είναι το σπίτι του λαού. σχήμα κατ' ευφημισμόν. ήμουν πολύ καλή μαθήτρια. λάτρευα τη λογοτεχνία. ρουφούσα ό, τι έπεφτε στα χέρια μου. βιβλίο, περιοδικό, άτλαντα των ηπείρων, συνέντευξη του τζόνι ντεπ, τον πίνακα των χημικών στοιχείων. τον κρατούσα στο χέρι και μάθαινα στους αόρατους μαθητές μου χημεία. η γλώσσα μου ροδάνι. το σπίτι του λαού, που λέτε. μια φούσκα.
σκέφτομαι κάθε βράδυ την ώρα που περνάει το σκουπιδιάρικο πως οι υπάλληλοι του δήμου θα 'πρεπε να παίρνουν τρεις χιλιάδες ευρώ το μήνα για τούτη τη δουλειά. αυτοί και τα κοράκια στα γραφεία κηδειών. οι αθέατες πλευρές της ζωούλας μας. οι βρώμικες. οι άχαρες. ξέρουν τα πάντα για μας. 
άκου εκεί το σπίτι του λαού. ποιο σπίτι, ποιανού λαού. έχω μίσος πολύ για πολλούς μέσα μου. ψέμματα. εχω μίσος για τον εαυτό μου. όχι μίσος, κάτι χειρότερο. με αγνοώ. κάθε βράδυ, η ίδια τελετουργία με τα σκουπίδια. και η ίδια σκέψη. εσύ τι έκανες σήμερα; ακούω τον κάδο να αναποδογυρίζει και με φαντάζομαι να αναποδογυρίζω εγώ. να πέφτουν από τις άδειες τσέπες μου κάτι ηλίθια όνειρα που μείνανε λόγια. να σπάνε με πάταγο στο κράσπεδο και να γίνονται κομμάτια. κι ύστερα να μένω μόνη, ζαλισμένη από τις κωλοτούμπες, ο ίλιγγος να χορεύει ικαριώτικο με τη μοναξιά, και κανείς περαστικός να μη δίνει σημασία στο κορίτσι που χορεύει το χορό του ζαλόγγου τα βράδια του καύσωνα. εσύ τι έκανες;
τι έκανες; τίποτα.
βλέπω τις φωτογραφίες με τα κομμένα κεφάλια των μικρών παιδιών στη γάζα. θυμάμαι τη φωτογραφία του παύλου φύσσα να ξεψυχάει στα χέρια της κοπέλας του. κι ύστερα εκείνη η φωτογραφία με τους ισραηλινούς που μαζεύονται σε ένα ύψωμα και παρακολουθούν τις εκρήξεις στη γάζα τρώγοντας ποπ κορν και απαθανατίζοντας τη βραδιά. σινεμά η κόλαση. αυτό ήταν; συνηθίσαμε; 
είμαστε το τέρας. πετάμε με σύνεση τα σκουπίδια κάθε βράδυ. δένουμε τις σακκούλες προσεκτικά κόμπο μην τυχόν και ανοίξουν. και δει ο γείτονας ότι αγοράζουμε το φτηνό σαμπουάν, το δίλιτρο. 
μη φοβάστε άλλο το τέρας. το τέρας είμαστε εμείς.
οι λερναίες ύδρες του πολιτισμού.
τα λοχ νες του καπιταλισμού.
οι υγειονομικές βόμβες της λωρίδας της γάζας.
εσύ τι έκανες;
βάλτε φωτιά στα σπίτια των λαών.

ο φόβος ζει μέσα μας. μου συγχωρώ το φόβο.
δεν μου επιτρέπω τη δειλία.
κι αν απ' αυτό το σκηνικό μείνουνε δυο ζευγάρια μάτια, ένα αγκάλιασμα αμήχανο στα κτελ, ένας καυγάς γιατί ο καφές δεν είναι μέτριος αλλά πολλά βαρύς, ένα τραγούδι που ακόμα δεν γράφτηκε, ένα βιβλίο που έψαχνε χρόνια τον συγγραφέα του και τώρα τον αντικρίζει, αν μείνει ο έρωτας, αν μείνουν τα τσίπουρα και το εσπρεσάκι που πίνει κάποιος στο ρίο, αν μείνουν ένα χαμόγελο και ένα δάκρυ που τα παίρνει το ιόνιο και τα κάνει κύμα που φτάνει μέχρι το όρος φαλακρό,
τότε αξίζει.
τότε μπορεί και να ζούμε
κι όλα τούτα να μην είναι φαντασιώσεις αυτών που οι άλλοι ονομάσανε τρελούς.

κι ας ταξιδεύουμε αρόδου
κουβαλάμε τα λιμάνια μέσα μας
κάθε λιμάνι και πνιγμός
κάθε πνιγμός και γέννα

όχι, δεν είναι υπερβολή
θαρρώ πως ίσως να 'ναι είναι η ζωή.

sine lege


Σάββατο, 28 Ιουνίου 2014

Αρόδου στο Ιόνιο

αρόδου

Τι αλήθεια κρύβουν μέσα τους οι άνθρωποι και σιωπούν; Πόσο δυνατή μπορεί να είναι η δύναμη της συνήθειας, η σκιά του φόβου, η επιρροή της προπαγάνδας, η πίεση της καθημερινότητας και η απειλή των κυρώσεων; Πως μπορεί να εξηγηθεί μια ατάραχη διαβίωση σε συνθήκες κοινωνικής αποσύνθεσης και τρομακτικής διάλυσης; Πόσο βαθιές ακόμη οι ρίζες μιας μεταπολίτευσης που δημιούργησε πολίτες-φαντάσματα, με ροπή στην ανασφάλεια, στην αδράνεια και την αναβλητικότητα; Πόσο ακόμη θα αντέξουν τα αποθέματα οικονομιών, ελπίδας και υποσχέσεων; 

Αδύναμες πια οι ανακοινώσεις, τα δελτία τύπου, τα άρθρα, οι μελέτες, οι αναλύσεις, αποτελούν πια γραφικά και θεωρητικά σχήματα η δύναμη των οποίων εξαντλείται στα τρίλεπτα των αναγνώσεων και στα like των κοινωνικών δικτυώσεων. Αποτέλεσμα κανένα, σπορά άγονη, απρόσφορες απόπειρες κατά συρροή ανεπιτυχείς. Η κοινωνία στο ίδιο έργο θεατής, κουρασμένη αναγνώστης ατελείωτων εννοιών, εξαντλημένη ταξιθέτης χρονολογικά σύγχρονων μα άκαιρων και άσκοπων αναρτήσεων. 

Δίπλα μας μια πραγματικότητα που αιμορραγεί. Μια κοινωνία που διαλύεται στα πεζοδρόμια της παρακμής. Ένας λαός αποδεκατισμένος, που παρακολουθεί έντρομος τις κυβερνητικές ανακοινώσεις. Που οργίζεται, που αγανακτεί, που βυθίζεται ξανά στη σιωπή του. Χωρίς λογική εξήγηση, χωρίς ιστορικό προηγούμενο, χωρίς ουσιαστικό επακόλουθο. Στις οθόνες, ατάκτως ερριμένα, παραπλανητικά κι εκβιαστικά παραληρήματα. Ανεπάγγελτες κραυγές, πολιτισμικός εκφυλισμός, πολιτικός εκμαυλισμός. Ολόκληρη η πολιτική διαχείριση , μια γυμνή χειρουργική επέμβαση που αφαιρεί απροκάλυπτα με τραχειοτομία το υπολειπόμενο οξυγόνο και εμφυτεύει ολοζώντανο ομφάλιο λώρο. 

Η σιωπή, η αδράνεια, ο εφησυχασμός, η στιγμιαία διάθεση, η νοσταλγική παρέα στο σαλόνι, το κρύψιμο χρημάτων στις γυψοσανίδες της ψεύτικης οροφής, είναι δικαιώματα μη συνταγματικώς αριθμημένα. Η καταστροφή όμως της ζωής, της θάλασσας, του αέρα, του υπεδάφους, των δασών, των βουνών, του αστικού περιβάλλοντος, της άχαρης (μεν) χωροταξίας (δε), του νομικού πολιτισμού, του σωφρονιστικού συστήματος, της υγείας, της παιδείας, δεν αποτελεί δικαίωμα, κατοχυρώνει υποχρεώσεις. Και μάλιστα συντακτικές μιας κοινωνίας που οφείλει να πάρει από τα χέρια τις επόμενες γενιές και να τις παραδώσει τη ζωή σε μια γη και σε θάλασσες που αξίζουν. 

Αδίκημα δεν είναι η σιωπή ή η απροθυμία. Κι η μητέρα σου, ο γείτονας, ο φίλος σου, θα βρουν μια καλή κουβέντα να σου πουν. Αδίκημα δεν είναι που περιμένεις αυτόκλητους σωτήρες και αγανακτείς που ηγέτες δεν γεννήθηκαν ακόμη. Αδίκημα δεν είναι που κατεβάζεις τα ρολά, για να μην σε ξυπνήσει ο ήχος των περιπολικών που κυνηγούν ταραξίες διαδηλωτές, για να μην μυρίσεις την κάπνα των ληγμένων, ιστορικά, δακρυγόνων. Αδίκημα δεν είναι που τρέχεις με το πρώτο τηλεφώνημα μιας προϊσταμένης αρχής να σηκώσεις τον ματωμένο σου μισθό, για να τον αποθηκεύσεις στο ράφι της βδομαδιάτικης επιβίωσής σου. Αδίκημα δεν είναι, μια σαββατιάτικη βόλτα σε μισθωμένες καντίνες πρώην κοινόχρηστων αιγιαλών. 

Έγκλημα όμως είναι να κρατάς ασφυκτικά κλειστά τα μάτια σου στη καταστροφή και το ξεπούλημα που συντελείται. Έγκλημα είναι να μην σηκώνεις τα χέρια σου για να βοηθήσεις τις επόμενες γενιές που βουλιάζουν σε βούρκους ξεπουλημένων αποχετεύσεων. Έγκλημα είναι που σε ολιγομελή κι ανεπαρκή κοινοβουλευτικά σχήματα μιας ασχημονούσας δημοκρατίας, ένας άπολις εισηγείται και λίγοι στην αριθμητική κυριολεξία, παραδίδουν την πόλη σου. Έγκλημα είναι που ακόμη και η σκέψη της αντίδρασης, επισύρει σκληρούς εγκλεισμούς σε φυλακές τρίτου τύπου. Έγκλημα είναι, που πίνοντας τον καφέ σου στις παραλίες της ξεγνοιασιάς, δεν θα σκεφτείς πως στο κοντινό μέλλον τα παιδιά σου θα παίρνουν άδεια από τους ανάδοχους εκμεταλλευτές για να κολυμπήσουν με θέα τις εξέδρες της δικής σου οικονομικής σωτηρίας. Έγκλημα είναι που αρπάζουν το σπίτι του διπλανού σου και συ βλέπεις βαρετές επαναλήψεις με ήχο ικανό να σκεπάσει την αισθητική σου προσβολή. Έγκλημα είναι, να κλείνεις ορμητικά το παράθυρο της θέας σου, για να ανοίξεις τη πόρτα σου σε απρόσκλητους εργολάβους. Έγκλημα είναι που συμφωνείς διαβάζοντας και λησμονείς επιβιώνοντας. 

Μέσα σε λίγο καιρό, καλούμαστε όλοι μας, να ξεχάσουμε όσα ξέραμε. Όσα μάθαμε, όσα μας έμαθαν. Όσα συνηθίσαμε κι όσα μας συνήθισαν. Ένας κοινωνικός Άδης, έχει ήδη ανοίξει τις πόρτες του, υποδεχόμενος αρχικά της γης αυτής τους κολασμένους. Και μάλλον ήρθε η ώρα, πριν κι εσύ το χέρι του βαρκάρη ξανά φιλήσεις, να πάρεις στα χέρια σου τη βάρκα και να σταθείς, έστω για λίγο, αρόδου. Από εκεί, ίσως το μέλλον να σου φανεί τόσο αποκρουστικό, που μπορεί να σε κάνει να αλλάξεις το παρόν σου. Και να σώσεις, ο,τι ακόμη μπορεί να σωθεί.

https://www.facebook.com/arodoustoionio?fref=ts