Δευτέρα, 24 Ιανουαρίου 2011

Ο μύθος του ανοίγματος των κλειστών επαγγελμάτων

Είναι γνωστό ότι εδώ και αρκετούς μήνες η κυβέρνηση με την πολιτική της, η οποία υποτίθεται ότι της επιβάλλεται από την Τρόικα και το μνημόνιο που υπόγραψε με αυτήν, κατάφερε να κλείσει στην κυριολεξία τα καταστήματα πολλών ελεύθερων επαγγελματιών και να συρρικνώσει στο ελάχιστο το εισόδημα των υπολοίπων. Ταυτόχρονα κάποια «ιερά» επαγγέλματα έμειναν στο απυρόβλητο των μέτρων, αφού γι’ αυτά είναι έκδηλο το ενδιαφέρον τόσο της κυβέρνησης όσο και της Τρόικας. Έτσι, το τραπεζικό σύστημα και τα υπερκέρδη του, παρέμειναν άθικτα, παρά τη σκόπιμη κινδυνολογία για την τύχη τους, μόνο και μόνο για να δικαιολογηθούν οι προς τους τραπεζίτες έκτακτες παροχές της πολιτείας. Το εφοπλιστικό επίσης κεφάλαιο, που τελευταία γνωρίζει πιένες, λόγω της έκρηξης των εμπορικών συναλλαγών της Κίνας με τον υπόλοιπο κόσμο, όσο βέβαια απ’ αυτό δεν έχει πατρίδα σε χώρες – σφραγίδα, αλλά στη χώρα μας, γίνεται όλο και πιο απαιτητικό στις σχέσεις του με την Πολιτεία και τους εργαζόμενους στα πλοία. Μπρος στο γενικό χαμό και την έλλειψη οποιασδήποτε πολιτικής για την ανάκαμψη της οικονομίας και το φρένο στον κατήφορο της ποιότητας της ζωής μας, η κυβέρνηση ανακάλυψε τον «από μηχανής θεό», που τον ονόμασε άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων. Με τη βοήθεια των πανελλήνιας εμβέλειας ΜΜΕ και αρκετών προβεβλημένων και γνωστών στελεχών τους, που είναι εμφανές ότι στηρίζουν σχεδόν ομοθυμαδόν την κυβερνητική πολιτική και η τελευταία τους το ανταποδίδει ποικιλοτρόπως(!!!!), εδώ και μήνες προπαγανδίζεται η κοσμογονία που θα επιφέρει το άνοιγμα των επαγγελμάτων, που είναι κλειστά για κάποιο αριθμό πολιτών. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός, τον τελευταίο τουλάχιστον μήνα, σχεδόν σε καθημερινή βάση αναφέρεται στο ζήτημα αυτό, αφού δεν έχει να πει τίποτα άλλο προς παρηγορία των «αυτοχθόνων ιθαγενών», οι οποίοι, βλέποντας την κατρακύλα, στην οποία οδηγείται η χώρα, περιμένουν από κάπου φως, μήπως και επανέλθει το γέλιο και η αισιοδοξία στα μαραμένα και σκυθρωπά πρόσωπά τους.

Υποτίθεται ότι με το άνοιγμα των επαγγελμάτων και με τη διαφήμιση που έγινε γύρω από το θέμα, θα ανέμενε κανείς να συμβούν τουλάχιστον τα εξής: α) να δοθούν ευκαιρίες και σε άλλους πολίτες να μπουν στο επάγγελμα, β) να γίνει η παροχή των υπηρεσιών πιο φτηνή για τα λαϊκά στρώματα, αφού οι λοιποί (λίγοι βέβαια) έχουν τη δυνατότητα να απολαμβάνουν και ακριβή παροχή υπηρεσιών και γ)να γίνει πιο ποιοτική η παροχή της συγκεκριμένης υπηρεσίας.

Ας δούμε λοιπόν πώς επιτυγχάνονται οι στόχοι αυτοί ή καλύτερα ας διερευνήσουμε ποιοι είναι οι πραγματικοί στόχοι της κυβέρνησης και της τρόικας για το λειτούργημα του δικηγόρου:

Όσον αφορά τον πρώτο στόχο – πλεονέκτημα, δηλαδή τη δυνατότητα εισόδου στο επάγγελμα του δικηγόρου και άλλων πολιτών, δεν αλλάζει τίποτα, αφού και πάλι μόνο οι πτυχιούχοι της νομικής μπορούν να γίνουν δικηγόροι, αφού προηγουμένως ασκηθούν για κάποιο χρονικό διάστημα και υποβληθούν σε εξετάσεις για την είσοδο στο επάγγελμα. Στο επάγγελμά μας δεν υπάρχει περιορισμένος αριθμός θέσεων (numerus clausus).
Σχετικά με τον δεύτερο στόχο – πλεονέκτημα από το άνοιγμα, δηλαδή τη φτηνή παροχή των υπηρεσιών του δικηγόρου, χωρίς τον περιορισμό της κατώτερης αμοιβής που υπάρχει σήμερα για κάθε συγκεκριμένη εργασία μας, σημειώνω τα εξής: Από πολλά χρόνια έχει καθιερωθεί ο θεσμός των ελάχιστων ορίων με τα οποία αμείβονται οι δικηγόροι. Η ίδια η έννοια του «ελάχιστου» από την φύση της δεν αποκλείει την είσπραξη μεγαλύτερης αμοιβής από τον δικηγόρο για κάποια υπηρεσία προς τον πελάτη του, αφού βέβαια προηγουμένως συμφωνήσει μαζί του γι’ αυτό. Οι ελάχιστες αυτές αμοιβές είναι πολύ χαμηλές, τόσο χαμηλές, που δεν θα εμποδίσουν κανέναν ευρωπαίο δικηγόρο να έρθει να δικηγορήσει στη χώρα μας!!!!!! Ας σημειωθεί ότι με τις αμοιβές αυτές ο ευρωπαίος θα κάλυπτε απλά και μόνο τα έξοδα της γραφικής του ύλης. Επομένως, οι ελάχιστες αυτές αμοιβές δεν εμποδίζουν την ελεύθερη διακίνηση των δικηγόρων της κοινότητάς μας, κάτι που υποτίθεται ότι είναι επιδίωξη της Τρόικας. Σκόπιμα αποσιωπά βέβαια η Τρόικα και η κυβέρνηση ότι στην ανεπτυγμένη και προχωρημένη Γερμανία, υπάρχει το σύστημα των ελάχιστων αμοιβών, που δεν συγκρίνονται βέβαια με τις δικές μας, κι όμως καμιά ευρωπαϊκή Αρχή δεν τόλμησε να υποδείξει στην Γερμανία την κατάργησή τους και μάλιστα σε πολύ σύντομο διάστημα, όπως έκανε η Τρόικα για μας. Από τις ελάχιστες αυτές αμοιβές των ελλήνων δικηγόρων, επιβίωσαν μέχρις σήμερα οι δικηγορικοί σύλλογοι, για να καλύπτουν τα λειτουργικά τους έξοδα και ενισχυθήκαν τα ταμεία προνοίας των δικηγόρων, που τόσο χρήσιμα είναι στις μέρες μας, αλλά θα είναι και πολύ πιο χρήσιμα στο μέλλον. Ταυτόχρονα όμως η ύπαρξη των ελαχίστων αμοιβών προστατεύει τους δικηγόρους από τις πιέσεις των μεγάλων και οικονομικά ισχυρών πελατών τους, δηλαδή τις τράπεζες και τις μεγάλες επιχειρήσεις, από το να αξιώνουν (κυρίως οι πρώτες) την παροχή υπηρεσιών με εξευτελιστικές αμοιβές, χαμηλότερες ακόμα και από αυτά τα ελάχιστα. Η κρίση που πλήττει και τον δικό μας κλάδο θα οδηγήσει πολλούς συναδέλφους, κυρίως νέους, να υποκύψουν σ’ αυτή την πίεση και να αποδεχθούν την παροχή υπηρεσιών με αμοιβές πείνας, που προσβάλλουν το λειτούργημά μας και εξευτελίζουν τις πολυετείς και δύσκολες σπουδές μας. Θα πει κανείς:
Ναι, αλλά απ’ αυτό θα επωφεληθεί και ο πελάτης της τράπεζας, αφού θα χρεωθεί με λιγότερα έξοδα.
Λάθος!!!!!
Η τράπεζα θα χρεώσει τον πελάτη της (τον ταλαίπωρο δανειολήπτη κατά κανόνα) με έξοδα πολλαπλάσια από εκείνα που θα δώσει στον δικηγόρο που θα χρησιμοποιήσει. Η απληστία στο μεγαλείο της!!! Ας μιλήσουμε με ένα παράδειγμα: Η δικαστική δαπάνη που επιδικάζει το δικαστήριο σε υποθέσεις έκδοσης διαταγών πληρωμής, στις οποίες προχωρούν οι τράπεζες σε βάρος των οφειλετών τους και είναι ανάλογες με το ύψος της οφειλής, είναι συνήθως πολύ μεγάλες. Έτσι π.χ για μια απαίτηση 200.000 € η δικαστική δαπάνη φτάνει τις 5.000 έως 7.000 €, ενώ τα έξοδα για την έκδοσή της δεν ξεπερνούν τα 1.000 – 1.200 €. Ο δικηγόρος όμως, που αμείβεται από την τράπεζα για κάθε υπόθεση, ο οποίος θα προβεί στην συγκεκριμένη δικαστική ενέργεια, θα λάβει το πολύ 200-300 €, ενώ τα υπόλοιπα τα ενθυλακώνει η τράπεζα, παρά το ότι πρόκειται καθαρά για αποζημίωση της παροχής δικηγορικών υπηρεσιών. Δηλαδή οι πολίτες χρεώνονται, ο δικηγόρος ψευτοαμείβεται και η τράπεζα πολλαπλασιάζει τα κέρδη της με τον τρόπο αυτόν. Αν τολμήσει ο δικηγόρος και αξιώσει μεγαλύτερη αμοιβή, τότε η τράπεζα θα τον στείλει σπίτι του και θα επιλέξει στη θέση του άλλο συνάδελφο, που η κρίση τον οδηγεί ενδεχομένως να υποκύπτει σε τέτοιου είδους εκβιασμούς. Ας μην ξεχνάμε ότι από τον Ιούλιο του 2010 οι αμοιβές των δικηγόρων επιβαρύνονται με ΦΠΑ από 23%, έξοδο, που λόγω της σοβαρής κρίσης γενικότερα αλλά και στο επάγγελμά μας, δεν μπορεί να το μετακυλήσει στον πελάτη του και το επιβαρύνεται ο ίδιος.
Συμπερασματικά το άνοιγμα του επαγγέλματος του δικηγόρου θα βοηθήσει τον πολίτη που προστρέχει σε νομικές υπηρεσίες και κυρίως τον φτωχό; Φυσικά και όχι. Αντίθετα θα βοηθήσει τις τράπεζες να πληρώνουν τους δικηγόρους με ψίχουλα, με ποσά μικρότερα από τις ελάχιστες αμοιβές που ισχύουν σήμερα και είναι εμφανώς αναντίστοιχες με την παρεχόμενη από τους δικηγόρους υπηρεσία. Και αν η πολιτεία, που μας έμαθε να την αντιμετωπίζουμε με μεγάλη επιφυλακτικότητα για τις αγαθές προθέσεις της, ενδιαφερόταν πράγματι να έχει ο πολίτης ευχερή πρόσβαση στη δικαιοσύνη, δεν θα πολλαπλασίαζε τελευταία τα τέλη και τα έξοδα (που φυσικά δεν τα εισπράττουν οι δικηγόροι), όπως τα παράβολα υποβολής μιας μήνυσης (από 20 € εκτοξεύτηκαν στα 150 €) ή τα παράβολα στα Διοικητικά Δικαστήρια (υπερδιπλασιάστηκαν), παράβολα που κάποιες φορές εμποδίζουν π.χ τη σύζυγο, που ο ασυνεπής σύζυγός της παραβιάζει σκόπιμα την υποχρέωσή του για διατροφή των παιδιών τους, να τον καταμηνύσει γι’ αυτό και να τον υποχρεώσει να συμμορφωθεί με την ιερή αυτή υποχρέωσή του ή τον δημόσιο υπάλληλο να προσφύγει στα διοικητικά δικαστήρια, όταν το ίδιο το δημόσιο τον αδικεί, αφού τα παράβολα που του αξιώνουν προβάλλουν εμπόδια, ενώ ο αντίδικός τους, δηλαδή το ελληνικό δημόσιο, έχει ατέλεια όταν προσφεύγει Ταυτόχρονα όμως γνωρίζει ο πολίτης ότι πληρώνει ακριβά όχι για να απολαύσει μια ταχεία απονομή του δίκιου του, αλλά ότι προσφεύγει σε ένα σύστημα, που έτσι όπως λειτουργεί η λήψη δικαστικής απόφασης είναι «αγαθό εν ανεπαρκεία». Με όσα διαβάσατε παραπάνω βλέπετε το άνοιγμα του επαγγέλματος του δικηγόρου να οδηγεί έστω και κατ’ ιδέα σε έναν από τους στόχους που αναφέρθηκαν στην αρχή; Είμαι βέβαιος ότι τα ίδια περίπου ισχύουν και για τα άλλα επαγγέλματα που ελευθερώνονται, όμως αρμόδιοι να μιλήσουν γι’ αυτά είναι αυτοί που τους αφορούν.

Γιατί λοιπόν τόσος ντόρος; Έχουν μάθει, με τη βοήθεια των ΜΜΕ, που εδώ και καιρό στηρίζουν αυτές τις επιλογές της κυβέρνησης, να αποπροσανατολίζουν τον πολίτη. Να βάζουν τον ένα κλάδο να στρέφεται κατά του άλλου και φυσικά όλοι μαζί να ξεχνάμε το οικονομικό χάλι της χώρας και την έλλειψη (κυρίως) προοπτικής. Παρέλειψα να γράψω ότι ένα ακόμα από τα «θετικά» του ανοίγματος του επαγγέλματός μας είναι η δυνατότητα πλέον να δικηγορούν οι Αθηναίοι δικηγόροι (γι’ αυτούς έγινε η αλλαγή) και στις επαρχιακές πόλεις, αλλά και να συσταθούν δικηγορικές εταιρίες με μέλη τους δικηγόρους από διάφορες πόλεις, πετυχαίνοντας έτσι να έχουν υποκαταστήματα σε όλη σχεδόν την Ελλάδα. Δηλαδή το μεγαλογραφείο της Αθήνας ή αν θέλετε και του Παρισιού ακόμα, μπορεί να έρθει και να συναγωνιστεί τον αδύναμο επαρχιώτη δικηγόρο. Είναι συμπτωματικό ότι στην τελευταία αποχή που κήρυξαν οι δικηγόροι το Δ.Σ του δικηγορικού συλλόγου της Αθήνας με συντριπτική πλειοψηφία, αρνήθηκε να συμμετάσχει; Δικαιολογημένα λοιπόν ο υπουργός Οικονομικών και ο Πρωθυπουργός είναι περιχαρείς τον τελευταίο καιρό που επιτέλους δίνεται λύση στο σοβαρό πρόβλημα των κλειστών επαγγελμάτων !!!!
Το κλειστό Πρωθυπουργικό και Υπουργικό επάγγελμα πότε θα ανοίξει επιτέλους;

Θάνος Αμπατζής
Γενικός Γραμματέας Δικηγορικού Συλλόγου Πατρών
δημοσιευμένο στην εφημερίδα ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ στο φύλλο της 22-1-2011


Κυριακή, 23 Ιανουαρίου 2011

Μάταιος Κόπος



Πάλι καλά, δεν λες!



Ποιος θ' άντεχε,
με τόσους εαυτούς μέσα στη σάρκα του,
να προσθέτει άλλους τόσους τη φορά;
Απόσπασμα από το Αυτοτέλεια του σώματος της Εύης Μαυρομμάτη (Camille Claudel και άλλα ποιήματα)

Παρασκευή, 21 Ιανουαρίου 2011

Και τώρα που τα φώτα της παράστασης έσβησαν και η αυλαία έχει πια πέσει, ήρθε η ώρα να μιλήσω εγώ. Με τον τρόπο που εγώ θέλω. Για το τι έγινε, τι παιχνίδια θεωρώ ότι παίχτηκαν στην πλάτη μου, αλλά και πέρα από εμένα, γι’αυτά που θα πρέπει πια να αφορούν τον κάθε νοήμονα άνθρωπο στον ελλαδικό χώρο.

Όσον αφορά στην «υπόθεσή» μου: είμαι πια αρκετά σίγουρη ότι από τη στιγμή που τα στοιχεία μου έγιναν γνωστά στα τσακάλια της αντιτρομοκρατικής, βεβαίως απόλυτα δικαιολογημένα – καταλαβαίνετε, ήπια ποτό με τους λάθος ανθρώπους – το έργο ήταν προδιαγεγραμμένο. Πόσο μάλλον όταν goooglαραν το επίθετό μου (σαν να λέμε Παπαδόπουλος στην Ελλάδα) και – φαντάζεστε τι χαρά – ανακάλυψαν το πλούσιο «οικογενειακό» μου ιστορικό. Δεν είχε σημασία το διαφορετικό όνομα του πατέρα μου – άλλωστε «αυτές πάνε όλες με όλους»- ούτε η διαφορετική ημερομηνία γέννησης της μητέρας μου.

Παρασκευή 15.00 έγινε η απαγωγή μου, την ώρα που έβγαινα από το σπίτι μου για να πάω στο φροντιστήριο που διδάσκω. Τουλάχιστον δέκα άτομα με κουκούλες, αφού μου φόρεσαν κι εμένα κουκούλα, με πήγαν στο 12ο όροφο της ΓΑΔΑ χωρίς να μου πουν ούτε μια λέξη. Εκεί αφού με ανέκριναν έξι άτομα, μου έδειξαν μια φωτογραφία όπου βρισκόμουν εγώ και ο φίλος και σύντροφός μου Χρήστος Πολίτης. Με ρώτησαν αν τον γνωρίζω και μόλις τους απάντησα θετικά, ότι είναι ένας ακόμα που έχετε στείλει φυλακή άδικα, ο επικεφαλής διέταξε βαρύγδουπα «κανονικά, πάμε τις διαδικασίες». Με έγδυσαν, μου έκλεψαν το φανελάκι και τις κάλτσες μου, εννοείτε ότι δεν μου είχαν πει καν γιατί κατηγορούμαι και εννοείται ότι καμία σημασία δεν έδιναν στο αίτημά μου για δικηγόρο».

Έχει σημασία η ώρα, γιατί ήδη στις 17.00, δύο μόλις ώρες αργότερα, είχε γίνει γνωστή η όλη ιστορία των υποτιθέμενων γονιών μου.

Έτσι, εξηγείται πολύ καλά, γιατί ενώ αντιστεκόμουνα στη φωτογράφηση, με τραβούσαν από τα κινητά τους τηλέφωνα, για να κλέψουν μια εικόνα. Διαφορετικά το καυτό τους θέμα δεν θα πουλούσε τόσο...

Χρόνια τώρα ξέρουμε πώς λειτουργούν αυτοί οι σαθροί ως το κόκκαλο μηχανισμοί, γνωρίζουμε ότι άλλοτε οι ρουφιανοδημοσιογράφοι (με λιγοστές αλλά σημαντικές εξαιρέσεις) είναι τα φερέφωνα της αστυνομίας και άλλοτε οι εντολείς τους. Έτοιμοι να κομματιάσουν οποιαδήποτε ζωή πετάξουν στα δόντια τους, έτοιμοι να κατασπαράξουν αλήθειες για να ξεράσουν ψέματα. Σιχαμένοι...

Αυτό που δεν είχα φανταστεί, τουλάχιστον προσωπικά, ως σήμερα είναι ο απροκάλυπτος τρόπος με τον οποίο αυτό συμβαίνει στο εδώ και το τώρα.

Όταν το φιάσκο είχε αρχίσει να γίνεται ξεκάθαρο, κι ενώ εγώ δεν γνώριζα τίποτα απ’όλα τα αίσχη που είχαν δει το φως της δημοσιότητας, με κάλεσε στο γραφείο του ένας υπεύθυνος για τη «διεθνή τρομοκρατία». Άρχισε να μου κάνει «φιλική κουβεντούλα» σε σχέση με το πότε ακριβώς σκοτώθηκε ο πατέρας μου σε συμπλοκή! Πραγματικά, μου έπεσε το σαγόνι στο πάτωμα, ιδιαίτερα όταν μειδιώντας πρόσθεσε ότι «καλά, εμένα πιο πολύ η μητέρα σου με το διεθνές ένταλμα σύλληψης με ενδιαφέρει»...Μόνο που δεν με κατηγόρησε, εν τέλει για υπόθαλψη εγκληματία, αφού δεν δήλωσα εξ αρχής τα πατρώνυμα των γονιών μου...

Βέβαια, έκανα αρκετά. Όπως είπε και η εισαγγελέας, «κατέσχεσαν πολλά, ασυνήθιστα πολλά» πράγματα από το σπίτι μου... βούρτσες, ρούχα, οδοντόβουρτσες, μαξιλαροθήκες και... έντυπα. Έντυπα που με αδιάσειστα στοιχεία αποδεικνύουν ότι είμαι αναρχική, κάτι που δεν σκέφτηκα ούτε στιγμή να κρατήσω μυστικό, άρα – όπως εύγλωττα διατύπωσε αυτή η μορφωμένη κυρία – και τρομοκράτης, αφήνοντας ανοιχτό, μέχρι να γίνει το συμβούλιο, ακόμη και το ενδεχόμενο της στέρησης της ελευθερίας μου!

Αν θέλει να με φυλακίσει γι’ αυτό, ναι, είμαι ένοχη, και πάντα θα είμαι. Αιτούμαι όμως δημόσια και σοβαρά, να αλλάξει το κατηγορητήριό μου. Ας γραφούν οι αληθινές κατηγορίες να μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Να μπει στη θέση των κατηγοριών – είναι αναρχική και διαβάζει έντυπα. Έχει σχέσεις με πολλούς ακόμη αγωνιζόμενους ανθρώπους και είναι περήφανη γι’ αυτό.

Fee Marie Meyer


δημοσιευμένη στην Ελευθεροτυπία


Τρίτη, 18 Ιανουαρίου 2011

Η Ευρώπη πάσχει από ξενοφοβία

Του

Γιούργκεν Χάμπερμας*

Από το τέλος Αυγούστου η Γερμανία έχει κλονιστεί από κύματα πολιτικών αναταραχών πάνω στα θέματα της ενσωμάτωσης, της πολυπολιτισμικότητας και της «εθνικής» κουλτούρας ως «κρατούσας κουλτούρας» (Leitkultur). Αυτή η δημόσια συζήτηση, με τη σειρά της, ενισχύει τις τάσεις ξενοφοβίας στη ευρύτερη κοινή γνώμη.

Οι τάσεις αυτές είναι εμφανείς εδώ και πολλά χρόνια σε μελέτες και στοιχεία ερευνών, που δείχνουν μια σιωπηλή αλλά αυξανόμενη εχθρότητα προς τους μετανάστες. Ωστόσο, είναι σαν μόλις τώρα να απόκτησαν φωνή. Τα συνήθη στερεότυπα εγκαταλείπουν τους λαϊκούς χώρους συζητήσεων και προωθούνται σε μια εξ εφόδου κατάληψη των τηλεοπτικών εκπομπών, επενδύοντας το λόγο των πολιτικών, που θέλουν να προσελκύσουν ψηφοφόρους οι οποίοι διαφορετικά θα παρασύρονταν πολύ πιο δεξιά.

Δύο γεγονότα προκάλεσαν ένα μείγμα συναισθημάτων, που δεν είναι πλέον εύκολο να εντοπιστεί στην κλίμακα από τα αριστερά προς τα δεξιά: ένα βιβλίο του Τίλο Ζαρατσίν, μέλους του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος και του διοικητικού συμβουλίου της κεντρικής τράπεζας της Γερμανίας, και μια ομιλία του νέου ομοσπονδιακού προέδρου της Γερμανίας, Κριστιάν Βουλφ.

Το δηλητήριο της πολιτισμικής εχθρότητας
Όλα ξεκίνησαν με την κυκλοφορία προκλητικών αποσπασμάτων του βιβλίου «Η Γερμανία καταργεί τον εαυτό της», που υποστηρίζει ότι το μέλλον της Γερμανίας απειλείται από την «κακή» μετανάστευση, κυρίως από μουσουλμανικές χώρες. Στο βιβλίο αυτό αναπτύσσονται προτάσεις για δημογραφικές πολιτικές, που πυροδοτούν διακρίσεις κατά της μουσουλμανικής μειονότητας στηριζόμενες σε έρευνες που οδηγούν σε ψευδή βιολογικά συμπεράσματα. Οι προτάσεις αυτές έχουν αποκτήσει ασυνήθιστα ευρεία δημοσιότητα και λαϊκή υποστήριξη. Μια δημοσκόπηση διαπίστωσε ότι περισσότερο από το ένα τρίτο των Γερμανών συμφώνησε με την πρόγνωση του Ζαρατσίν ότι στη Γερμανία «ο μέσος όρος νοημοσύνης θα έπεφτε όλο και πιο χαμηλά», ως αποτέλεσμα της μετανάστευσης πληθυσμών από τις μουσουλμανικές χώρες.

Χρειάστηκε να περάσουν αρκετές εβδομάδες πριν εμφανιστεί ένας αξιόλογος κοινωνιολόγος, ο Αρμίν Νασεχί, για να αναιρέσει τη ψευδο-επιστημονική ερμηνεία των σχετικών στατιστικών στοιχείων, δείχνοντας ότι αυτή στηρίχτηκε σε μεθόδους μέτρησης της ευφυΐας που είχαν ήδη απαξιωθεί επιστημονικά στις Ηνωμένες Πολιτείες πριν από δεκαετίες.

Το δηλητήριο, ωστόσο, που ο Ζαρατσίν είχε διοχετεύσει ενισχύοντας την πολιτισμική εχθρότητα προς τους μετανάστες, έμοιαζε να έχει ριζώσει στις λαϊκές προκαταλήψεις.

Εν μέσω της διαμάχης που προέκυψε, ο Ζαρατσίν αναγκάστηκε να παραιτηθεί από το διοικητικό συμβούλιο της Bundesbank. Αλλά αυτό θεωρήθηκε ως υπερβολική αντίδραση. Άλλωστε, δεν ήταν η ίδια η καγκελάριος, Άνγκελα Μέρκελ, που αποδοκίμασε το βιβλίο χωρίς να το έχει διαβάσει; Δεν ήταν εκείνη που έκανε στροφή 180 μοιρών λέγοντας στα νέα μέλη του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος ότι η πολυπολιτισμικότητα είχε πλέον αποτύχει στη Γερμανία; Και δεν ήταν ο πρόεδρος των Σοσιαλδημοκρατών, Ζίγκμαρ Γκάμπριελ, που συνάντησε αντίσταση μέσα στο ίδιο το κόμμα του, όταν πρότεινε την αποβολή του αντιπαθούς συντρόφου από τις τάξεις του;

Το αποδιοπομπαίο Ισλάμ
Το δεύτερο ανησυχητικό γεγονός τις τελευταίες εβδομάδες ήταν η αντίδραση που σημειώθηκε σε μια ομιλία του προέδρου Κρίστιαν Βουλφ, όταν πήρε το θάρρος να πει κάτι που οι πρώην πρόεδροι είχαν ήδη αναφέρει, ότι όχι μόνο ο Χριστιανισμός και ο Ιουδαϊσμός, αλλά και «το Ισλάμ ανήκει επίσης στη Γερμανία».

Η ομιλία του προέδρου έγινε δεκτή με επευφημίες στην Ομοσπονδιακή Βουλή. Αλλά την επόμενη μέρα ο συντηρητικός τύπος δεν συναίνεσε στη θέση του για το Ισλάμ. Το θέμα έχει από τότε προκαλέσει μια διάσταση στο εσωτερικό του κόμματός του, της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης. Είναι αλήθεια ότι, αν και η κοινωνική ένταξη των Τούρκων εργαζομένων και των απογόνων τους θεωρείται γενικά επιτυχημένη στη Γερμανία, σε ορισμένες οικονομικά υποβαθμισμένες περιοχές εξακολουθούν να υπάρχουν προβληματικές γειτονιές μεταναστών που τους έχουν αποκλείσει από το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο. Αλλά αυτά τα προβλήματα έχουν αναγνωριστεί και αντιμετωπιστεί από τη γερμανική κυβέρνηση. Ο πραγματικός λόγος ανησυχίας είναι ότι, τα περιστατικά του Ζαρατσίν και του Βουλφ δείχνουν πως οι ψύχραιμοι πολιτικοί ανακαλύπτουν ότι μπορούν να εκτρέψουν τις κοινωνικές ανησυχίες των ψηφοφόρων τους σε εθνικιστική επιθετικότητα εναντίον των ασθενέστερων κοινωνικών ομάδων.

Το καλύτερο παράδειγμα αποτελεί ο πρωθυπουργός της Βαυαρίας κ. Χορστ Ζέεχοφερ, ο οποίος έχει χαρακτηρίσει «τους μετανάστες από άλλους πολιτισμούς» επιζήμιους και ζήτησε να σταματήσει η «μετανάστευση από την Τουρκία και τις αραβικές χώρες». Αν και οι στατιστικές δείχνουν καθαρή εκροή μεταναστών τουρκικής καταγωγής, ο κ. Ζέεχοφερ επικαλείται τη φοβική εικόνα της ανεξέλεγκτης μάζας κοινωνικών παρασίτων, που συνωστίζονται στα δίκτυα κοινωνικής πρόνοιας ως έναν μέσο υποστήριξης των δικών του πολιτικών στόχων.

Για να ακριβολογούμε, η κακή συνήθεια της αναμόχλευσης πολιτικών προκαταλήψεων είναι φαινόμενο που εκτείνεται πέρα από τα σύνορα της Γερμανίας. Στη Γερμανία, τουλάχιστον, η κυβέρνηση δε βασίζεται, όπως στην Ολλανδία, στην υποστήριξη ενός δεξιού λαϊκιστική όπως ο Γκέερτ Βίλντερς. Σε αντίθεση με την Ελβετία, δεν υπάρχει απαγόρευση κατασκευής μιναρέδων. Και τα συγκριτικά ευρωπαϊκά στοιχεία έρευνας σχετικά με την εχθρότητα προς τους μετανάστες δεν παρουσιάζουν ακραία ποσοστά για τη Γερμανία.

Όμως οι κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις στη Γερμανία, λόγω της φρικτής ιστορίας της, δεν έχουν απαραιτήτως την ίδια σημασία όπως έχουν σε άλλες χώρες. Επομένως, υπάρχουν λόγοι ανησυχίας ότι το «παλαιό» πνεύμα μπορεί να αναγεννηθεί;

Εξαρτάται τι εννοούμε με τον όρο «παλαιό». Αυτό που βλέπουμε δεν είναι μια αναβίωση της νοοτροπίας της δεκαετίας του 1930. Είναι μια αναζωπύρωση των αντιπαραθέσεων των αρχών της δεκαετίας του 1990, όταν χιλιάδες πρόσφυγες έφθασαν από την πρώην Γιουγκοσλαβία, πυροδοτώντας μια συζήτηση σχετικά με αυτούς που ζητούν άσυλο. Η Χριστιανοδημοκρατική Ένωση και το αδελφό βαυαρικό κόμμα της Χριστιανικής Κοινωνικής Ένωσης συμφώνησαν με τη θέση ότι η Γερμανία «δεν ήταν χώρα υποδοχής μεταναστών». Εκείνη την εποχή ξενώνες για τους πρόσφυγες παραδόθηκαν στις φλόγες, ενώ ακόμα και οι Σοσιαλδημοκράτες συμφώνησαν στο Κοινοβούλιο σε έναν άθλιο συμβιβασμό σχετικά με το δίκαιο του ασύλου.

Η «κρατούσα κουλτούρα»
Η διαμάχη είχε ήδη ενισχυθεί από την αίσθηση μιας απειλής για την εθνική κουλτούρα, η οποία έπρεπε να εδραιωθεί ως «κρατούσα κουλτούρα» (Leitkultur) και την οποία όλοι οι νεοφερμένοι πρέπει να ακολουθήσουν. Ωστόσο, η διαμάχη της δεκαετίας του 1990 οφείλεται επίσης και στο γεγονός ότι η Γερμανία είχε πρόσφατα επανενωθεί ακολουθώντας μια επίπονη πορεία στηριγμένη σε μια δημοκρατική ανάγνωση του Συντάγματος.

Σήμερα, η ιδέα της «κρατούσας κουλτούρας» (Leitkultur) βασίζεται στην εσφαλμένη αντίληψη ότι το φιλελεύθερο κράτος πρέπει να απαιτεί από τους μετανάστες όχι μόνο την εκμάθηση της γλώσσας της χώρας και την αποδοχή των αρχών του Συντάγματος. Χρειαζόταν, και προφανώς ακόμα χρειάζεται, να ξεπεράσουμε την άποψη ότι οι μετανάστες οφείλουν να αφομοιώνουν τις «αξίες» του πολιτισμού της πλειοψηφίας του πληθυσμού και να υιοθετούν τις «συνήθειές» της.

Το γεγονός ότι βιώνουμε μια επάνοδο σε αυτή την εθνική ερμηνεία του δημοκρατικού συντάγματός μας είναι αρκετά αρνητικό. Τα πράγματα δε βελτιώνονται επειδή η «κρατούσα κουλτούρα» (Leitkultur) σήμερα δεν ορίζεται από το «γερμανικό πολιτισμό», αλλά από τη θρησκεία. Με μια αλαζονική οικειοποίηση του Ιουδαϊσμού - και μια απίστευτη αδιαφορία για την τύχη των Εβραίων που υπέφεραν στη Γερμανία – οι απολογητές της Leitkultur σήμερα επικαλούνται την «ιουδαιο-χριστιανική παράδοση», η οποία διακρίνει «εμάς» από τους ξένους.

Η επικράτηση του μη πολιτικού
Δεν υποτιμώ την έκταση των συσσωρευμένων εθνικιστικών συναισθημάτων, ένα φαινόμενο που δεν περιορίζεται μόνο στη Γερμανία. Ωστόσο, υπό το φως των εξελίξεων, μια άλλη τάση είναι πιο ανησυχητική: η αυξανόμενη προτίμηση για μη πολιτικού χαρακτήρα στοιχεία που εμφανίστηκε στην πολιτική σκηνή, η οποία παραπέμπει σε ένα προβληματικό γνώρισμα της γερμανικής πολιτικής κουλτούρας, όπως είναι η απόρριψη των πολιτικών κομμάτων και της κομματικής πολιτικής.

Κατά τη διάρκεια της εκλογής προέδρου από τη Βουλή το περασμένο καλοκαίρι, ο Γιόακιμ Γκάουκ, πολιτικά άπειρος και μη κομματικά συνδεδεμένος υπέρμαχος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ήταν υποψήφιος αντίπαλος του Βούλφ, ενός πολιτικού καριέρας. Ενάντια στην πλειοψηφία του εκλογικού σώματος, ο Γκάουκ, ένας προτεστάντης ιερέας με ιστορικό αντιπολίτευσης στο παλιό καθεστώς της Ανατολικής Γερμανίας, κέρδισε τις καρδιές του ευρύτερου πληθυσμού, και λίγο έλειψε να κερδίσει τις εκλογές.

Την ίδια λαχτάρα για χαρισματικές προσωπικότητες που βρίσκονται πάνω από πολιτικές αντιπαλότητες, μπορεί να δει κανείς στην αινιγματική δημοτικότητα του αριστοκρατικού υπουργού Άμυνας, Καρλ Θίοντορ Γκούτενμπεργκ, ο οποίος με όχι πολύ περισσότερα προσόντα από την ιστορία της οικογένειάς του, τους εκλεπτυσμένους τρόπους και τη συνετή του εμφάνιση, έχει καταφέρει να επισκιάσει τη φήμη της Άνγκελας Μέρκελ.

Το φαινόμενο της Στουτγκάρδης
Ακόμα μεγαλύτερη ανησυχία προκαλεί το είδος των διαδηλώσεων που βλέπουμε στη Στουτγκάρδη. Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι έχουν κατέβει στους δρόμους ενάντια στο σχέδιο της ομοσπονδιακής εταιρείας σιδηροδρόμων να κατεδαφίσει τον παλαιό κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό. Οι διαμαρτυρίες που συνεχίζονται εδώ και μήνες, θυμίζουν τον αυθορμητισμό της εξωκοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης της δεκαετίας του 1960. Σε αντίθεση με τότε όμως, σήμερα άνθρωποι όλων των ηλικιών και ομάδων του πληθυσμού βγαίνουν στους δρόμους. Ο άμεσος στόχος είναι συντηρητικός: η διατήρηση ενός οικείου κόσμου, στον οποίο η πολιτική έρχεται και παρεμβαίνει ως εκτελεστικό όργανο της υποτιθέμενης οικονομικής προόδου.

Στο βάθος, όμως, υπάρχει ένα ζήτημα κατανόησης της δημοκρατίας στη χώρα μας. Η κυβέρνηση του κρατιδίου του Βάδης-Βυρτεμβέργης, όπου βρίσκεται η Στουτγκάρδη, αντιμετωπίζει το ζήτημα σαν ένα απλό ερώτημα σχετικά με το κατά πόσον η κυβέρνηση μπορεί νόμιμα να σχεδιάσει αυτά τα μακροπρόθεσμα μεγάλα έργα. Ο δε πρόεδρος του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου έσπευσε να υπερασπιστεί το έργο με το επιχείρημα ότι το εκλογικό σώμα έχει ήδη ψηφίσει για το έργο πριν από 15 χρόνια, και έτσι δεν είχε κάτι παραπάνω να πει σήμερα για την εκτέλεσή του.

Αλλά από τότε έχει προκύψει ότι οι αρχές δεν παρείχαν στην πραγματικότητα επαρκείς πληροφορίες, ώστε να έχουν οι πολίτες την ευκαιρία να διαμορφώσουν τεκμηριωμένη γνώμη, στην οποία θα μπορούσαν να είχαν βασίσει την ψήφο τους. Η επιμονή ότι δεν έχουν πια κάτι άλλο να πουν, βασίζεται σε μια φορμαλιστική αντίληψη για τη δημοκρατία. Το ερώτημα είναι το εξής: Η συμμετοχή σε δημοκρατικές διαδικασίες σημαίνει απλώς λειτουργική φίμωση μιας ηττημένης μειοψηφίας, ή έχει την έννοια της ένταξης της επιχειρηματολογίας των πολιτών στη δημοκρατική διαδικασία διαμόρφωσης της κοινής γνώμης και βούλησης;

Μια παραιτημένη πολιτική τάξη
Τα κίνητρα που βρίσκονται πίσω από τα τρία φαινόμενα -φόβος των μεταναστών, έλξη προς χαρισματικούς μη πολιτικούς και οι λαϊκές εξεγέρσεις στη Στουτγκάρδη - είναι διαφορετικά. Αλλά συναντιούνται με κοινό αποτέλεσμα μια αυξανόμενη ανησυχία, όταν βρίσκονται αντιμέτωπα με ένα εσωστρεφές και ολοένα και πιο ανήμπορο πολιτικό σύστημα. Όσο περισσότερο συρρικνώνεται το πεδίο δράσης για τις εθνικές κυβερνήσεις και όσο γίνεται πιο μειλίχια η πολιτική υποστήριξη σε ό,τι φαίνεται ως αναπόφευκτη οικονομική επιταγή, τόσο μειώνεται η εμπιστοσύνη των ανθρώπων σε μια παραιτημένη πολιτική τάξη.

Αυτό που χρειάζεται στην Ευρώπη, είναι μια ανανεωμένη πολιτική τάξη, που ξεπερνάει την ηττοπάθειά της με την ενίσχυση της προοπτικής, της αποφασιστικότητάς της και του πνεύματος συνεργασίας. Η δημοκρατία εξαρτάται από τη δυνατότητα των ανθρώπων να πιστέψουν ότι υπάρχει το πεδίο που χρειάζεται για να διαμορφωθεί συλλογικά ένα πολλά υποσχόμενο μέλλον και να αντιμετωπιστούν οι προκλήσεις που αυτό φέρνει.

* Ο Γιούργκεν Χάμπερμας είναι ομότιμος καθηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Γκέτε της Φραγκφούρτης, γνωστός στους αναγνώστες της «Εποχής» για τις παρεμβάσεις του σε φιλοσοφικά, πολιτικά και πολιτισμικά ζητήματα από παλιότερες δημοσιεύσεις.

Απόδοση από τα αγγλικά
Κατερίνα Τσάκου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΈΝΟ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ
http://www.epohi.gr/

Τρίτη, 11 Ιανουαρίου 2011



Καμιά φορά απ' το πιοτό πέφτομε μεθυσμένοι

καθείς να κοιμηθεί
και μοιάζει τούτη η σιωπή με λίγο πριν τη μπόρα
σαν τη στερνή την ώρα
που θα επιτεθεί.

Παρασκευή, 7 Ιανουαρίου 2011

Προς τον κ. Βουλευτή

Εσύ, που ανήκεις σε ένα κόμμα που έδωσε στον τόπο μας Κυβερνήσεις που έφεραν τη Χώρα στο χείλος της οικονομικής κατάρρευσης.

Εσύ που ανήκεις σε ένα κόμμα, από το οποίο προέρχεται μια Κυβέρνηση, η οποία ξεπούλησε ουσιαστικά τη χώρα με τις συμβάσεις που υπόγραψε, στο όνομα δήθεν της σωτηρίας της πατρίδας!!!!

Εσύ που η Κυβέρνησή σου εισηγήθηκε και συ ψήφισες μια σειρά από νόμους που εξαθλιώνουν τον εργαζόμενο, εξαφανίζουν κοινωνικές και οικονομικές τάξεις και μεγαλώνουν το άνοιγμα ανάμεσα στους φτωχούς και τους πλούσιους (ναι υπάρχουν ακόμα τέτοιοι στον τόπο μας).

Εσύ που με την ψήφο σου έκανες την συνταξιοδότηση όνειρο απατηλό για τον μέσο εργαζόμενο και την σύνταξη εισόδημα πείνας για τους περισσότερους.

Εσύ που το κόμμα σου στήριξε και στηρίζει τις Τράπεζες και τους Τραπεζίτες, ασκώντας μια πολιτική που στοχεύει στο να μην θιγεί ούτε ένα μικρό μέρος από τα κεκτημένα του Τραπεζικού συστήματος, που και στην χώρα μας ανήκει στους λίγους εκλεκτούς. Τις Τράπεζες που τα τελευταία χρόνια σώρευσαν υπερκέρδη στις πλάτες του λαού που πεισμένος για τις ανάγκες που του επέβαλαν ότι είχε, αποφάσισε να μπλέξει στα δίχτυα του τραπεζικού δανεισμού και του πλαστικού χρήματος (διάβαζε πιστωτικές κάρτες).

Εσύ που η Κυβέρνησή σου αποφάσισε ότι οι δανειστές μας μπορούν να κατασχέσουν τον εθνικό μας πλούτο μη εξαιρούμενου και αυτού του μνημείου της Ακρόπολης, όμως απαγορεύεται να ζητήσεις εσύ από τους ευημερούντες δανειστές μας Γερμανούς τον συμψηφισμό των όσων τους χρωστάμε με όσα εκείνοι μας οφείλουν από την περίοδο της κατοχής.

Εσύ που οι Κυβερνήσεις των κομμάτων σου, αρνήθηκαν να διεκδικήσουν χρόνια τώρα αυτή τη δίκαιη αποκατάσταση της ληστείας του πλούτου, του αφανισμού αθώων ψυχών και της καταστροφής των αγαθών της χώρας μας από τους κατακτητές.

Εσύ που συνεχίζεις να υποκύπτεις στις πιέσεις του κόμματός σου και να ταυτίζεσαι πολλές φορές σε θέματα που είναι αντίθετα με τα πιστεύω σου και την φιλοσοφία ζωής που νέος είχες επιλέξει, μπρος στο φόβο να βρεθείς έξω από το «μαντρί».

Εσύ που ενδεχόμενα δεν έχεις δουλέψει ποτέ στη ζωή σου γιατί από μικρός επέλεξες την κομματική ανέλιξη, η οποία και σε έκανε βουλευτή, όμως αδιαφορείς για τις τύχες και το μέλλον εκείνων που μοχθούν μια ζωή για να τα καταφέρουν. Αυτούς για τους οποίους εσύ και το κόμμα σου αποφασίσατε να ανατρέψετε την ζωή τους.

Εσύ που ανήκεις σε ένα κόμμα που γκρέμισε τα όνειρα του νέου επιστήμονα, του πτυχιούχου, του τεχνίτη, του εργάτη, του εργαζόμενου γενικότερα, έκλεψε το γέλιο από το στόμα των περισσοτέρων και έφερε στο πρόσωπο του μέσου Έλληνα μια κατάθλιψη και ένα φόβο για το μέλλον, που ήταν άγνωστα στην ψυχοσύνθεσή του.

Εσύ που συνεχίζεις να εισπράττεις τον παχυλό μισθό σου και τις απροσδιορίστου ύψους αποζημιώσεις σου και τα «έξτρα» για απασχολήσεις που έτσι κι αλλιώς ανήκουν στα καθήκοντά σου.

Εσύ, που αν και επαγγέλλεσαι αγώνες για την απόκρουση της επίθεσης που δέχεται ο λαός, όμως το κόμμα σου αποφεύγει να μπει επικεφαλής σε μια συστράτευση όλων των λαϊκών δυνάμεων, κάτω από ένα ελάχιστο κοινό πρόγραμμα, που επιτέλους μπορεί να τεθεί, χωρίς να θίγεται η καθαρότητα των αρχών του.

Εσύ, που το κόμμα σου επέλεξε την πολυδιάσπαση σε μια εποχή που είναι αναγκαία η ενότητα και η συσπείρωση, θέλοντας έτσι να κάνεις αισθητή την ξεχωριστή παρουσία για την τυχόν συμμετοχή σου σε μελλοντικό προσκλητήριο σύμπραξης σε σχήματα εθνικής σωτηρίας.

Εσύ λοιπόν κ. Βουλευτή, που σε αφορούν τα περισσότερα από τα παραπάνω ερωτήματα, πώς τολμάς άραγε να απευθύνεις εκκλήσεις υπομονής και καρτερικότητας, να υποδεικνύεις συμπεριφορές και να υπόσχεσαι για ένα καλύτερο μέλλον στους ψηφοφόρους σου, τους συμπολίτες σου, τους συνανθρώπους σου;;

Μην πεις κ. Βουλευτή ότι οι απόψεις μου βάλλουν κατά του πολιτικού συστήματος και υποσκάπτουν την δημοκρατία. Μακριά από μένα τέτοιες σκέψεις. Όσα διαβάσεις παραπάνω, που πιστεύω ότι εκφράζουν μια μεγάλη πλειοψηφία των συμπολιτών μας, βάλλουν κατά της φαυλότητας, της υποταγής, της έλλειψης κάθε έννοιας αντίστασης στα όσα μας επιβάλλουν και εσύ αδιαμαρτύρητα τα δέχεσαι. Βάλλουν εναντίον ενός σάπιου συστήματος, που συνεχίζει να μας μολύνει, μέρος του οποίου γίνεσαι ηθελημένα ή άθελά σου και συ.

Θάνος Αμπατζής
Δικηγόρος

Δημοσιευμένο στην εφημερίδα Πελοπόννησος στις 5-1-2011