Παρασκευή, 26 Νοεμβρίου 2010

Μέρες Παράξενες...

Μέσα απ’ αυτό το φονικό
μονάχα ο έρωτας θα ζήσει
Γι’ αυτό στο σώμα σου ας χαθώ
στους δρόμους που ονειρεύομαι
χωρίς επιστροφή


Διονύσης Τσακνής / Σωκράτης Μάλαμας


Ο χρόνος κυλάει αργά και βασανιστικά. Μετράς ώρες, μέρες, εβδομάδες και μήνες. Μετράς λόγια, ιδέες, ανθρώπους, και ανθρωπιά. Και ο χρόνος κυλάει σαν αναισθητικό στις φλέβες σου, βαραίνει τα μάτια και το μυαλό σου για να προετοιμάσει το έδαφος για την μεγάλη ώρα. Λίγο πριν από τα μεγάλα και τα σπουδαία της ζωής, μοιάζει να μην υπάρχουν άνθρωποι δίπλα σου παρά μόνο οι σκιές, οι κινήσεις και οι ήχοι τους. Η σκέψη είναι μια κίνηση που δεν έχει ολοκληρωθεί, αλλά η σκέψη κινείται με απροσδόκητη ταχύτητα, μία στο μέλλον, μία στο παρελθόν, για να ζυγιάσει το παρόν και να κρυφοκοιτάξει στο αύριο.

Δεν υπάρχει αμφιβολία, ζούμε παράξενες μέρες. Υπόγειες αλλαγές και υπέργειες ανακατατάξεις χτίζουν με ή χωρίς εμάς το μέλλον μας. Δυνάμεις ανακατατάσσονται και συγκεντρώνονται για την μεγάλη αναμέτρηση. Ξυπνάει το παρελθόν για να αναταράξει το μέλλον. Και από τους παρατηρητές του σήμερα κανένας δεν κοιτάει μέσα μας. Όλοι κοιτάνε απέξω, στην αγορά. Αλλά η αγορά τόσο με την αρχαία όσο και με την σύγχρονη έννοια της έχει εκπορνευτεί. Η Αγορά του Δήμου και η Αγορά του Χρήματος έχει συγχωνευθεί σε ένα ατελείωτο ανταλλακτήριο ψυχών και συνειδήσεων. Είναι γιατί, αιώνες τώρα, το μέσα μας, η ατομικότητα, ο άνθρωπος και μαζί η συλλογικότητα και η συντροφικότητα χάθηκε, διαλύθηκε, μέσα στην “δι' αντιπροσώπων” βίωση της πραγματικότητας. Ο θάνατος στον νεκροθάφτη, η αρρώστια στην νοσοκόμα, τα σκουπίδια στον οδοκαθαριστή, η ανθρωπιά και η αλληλεγγύη στους λογαριασμούς των ΜΚΟ, η κοινωνία στον πολιτικό εκπρόσωπο και τα όνειρα μας υποθήκη στον τραπεζίτη.

Και ο έρωτας; Χμ! Ο έρωτας δεν χωράει αντιπροσώπους. Μπορεί να χωράει μεσάζοντες, νταβάδες και τσατσάδες αλλά δεν χωράει αντιπροσώπους. Ωστόσο ο εθισμός στην δι' αντιπροσώπων βίωση της πραγματικότητας, κατάφερε να βάλει και εκεί το χέρι του. Εκεί που δεν χωράνε αντιπρόσωποι μπήκαν σκιές και αντανακλάσεις. Ερωτευόμαστε σκιές ανθρώπων και βιώνουμε των έρωτα των άλλων μέσα από την αντανάκλαση τους γιατί απλά ξεχάσαμε να κοιτάμε τους ανθρώπους στα μάτια και όλα τα ανθρώπινα κατάματα. Γιατί μόνο όταν μάθεις να κοιτάζεις το θάνατο, την αρρώστια, τα προβλήματα, την κοινωνία και τα όνειρα ο ίδιος – χωρίς αντιπροσώπους – μπορείς να μάθεις να κοιτάζεις και τους ανθρώπους στα μάτια. Και μόνο όταν κοιτάζεις τους ανθρώπους στα μάτια μπορείς να ερωτευτείς πραγματικά. Παρ' όλα αυτά ο έρωτας είναι η μόνη επαναστατική πράξη που άντεξε σε όλες τις εποχές, σε όλες τις συνθήκες, σε όλες τις κοινωνίες. Και άντεξε διαχρονικά ως επανάσταση, ακριβώς γιατί είναι ένα από τα λίγα, ίσως το μοναδικό πράγμα, που δεν χωράει αντιπροσώπους. Σε αυτή την περίπτωση αποφασίζουμε και δημιουργούμε μόνοι με μοναδική κινητήρια δύναμη την επιθυμία και την παρόρμηση. Οι μικρές επαναστάσεις που μας απέμειναν στην εποχή μας είναι αυτές που χωράνε σε ερωτικές και οικογενειακές ιστορίες.

Θέλει πολύ καθαρό ή πολύ θολωμένο μυαλό για να μπορέσει να καταλάβει κανείς τι γίνεται γύρω μας και τι έρχεται μπροστά μας. Αν και είναι δύσκολο να προβλέψεις τις εξελίξεις ένα πράγμα δείχνει να διεκδικεί την αναγνώριση της βεβαιότητας: όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά, όλα τα σενάρια είναι πιθανά, τα πάντα μπορούν να συμβούν. Δεν υπάρχει τίποτα από το σκοτεινό παρελθόν ή από το λαμπερό ουτοπικό μέλλον μας που να αποκλείεται. Όπως επίσης είναι βέβαιο ότι στο βάθος αυτού του σκοτεινού τούνελ που τόσο λίγοι αποφασίζουν για τόσους πολλούς, οι πολλοί είναι αυτοί που θα πάρουν στα χέρια τους την ιστορία.

Όλα τριγύρω μυρίζουν προδοσία, προδοσία από αυτή που μόνο η βία μπορεί να ξεπλύνει και να διορθώσει. Μάταια προσπαθούν, όσοι ακόμα το προσπαθούν, να πείσουν ότι “δεν γίνεται αλλιώς”. Η προδοσία είναι οφθαλμοφανής γιατί κανένα αδιέξοδο στην ζωή και στην κοινωνία δεν λύνεται με άλλο αδιέξοδο. Και όπως στον έρωτα, έτσι και στην κοινωνία και την πολιτική η ζωή διεκδικεί τη θέση της και τα δικαιώματα της. Χωρίς να ρωτάει, χωρίς να νοιάζεται για το πως και το γιατί. Όταν η ζωή διεκδικεί δεν υπάρχουν αδιέξοδα.

Δεν έχω πεισθεί ακόμα πως η κοινωνία μας έχει την δέουσα επαφή με την πραγματικότητα ή τα αντανακλαστικά εκείνα που απαιτούνται για να αντιδράσει όπως της πρέπει σε αυτήν ακριβώς την στιγμή. Ωστόσο, είμαι βέβαιος ότι θα έρθει εκείνη η στιγμή που θα ξυπνήσει από την νάρκωση του χρόνου και θα διεκδικήσει με απόλυτο και βίαιο τρόπο τα δικαιώματα της. Μπορεί να μην είναι ετούτος ο μικρός τόπος η αφετηρία, μπορεί να μην είναι καν μόνο δικό μας θέμα. Το ξέσπασμα όμως θα έρθει.

Στην δική μου κοσμοθεώρηση κεντρική θέση έχει η εμμονή και η ιδεοληψία του να αλλάξουμε τον κόσμο, να τον κάνουμε καλύτερο. Ωστόσο στην κοσμοθεώρηση που μοιράζομαι με μια μικρή μειοψηφία άλλων συνενόχων, ποτέ δεν ρωτήσαμε αν ο κόσμος θέλει να αλλάξει και αν ποτέ θέλει να γίνει καλύτερος με τον τρόπο που τον ονειρευόμαστε εμείς. Είμαστε πάντα με την πλάτη στον ιδεολογικό τοίχο μας γιατί οι άλλες κοσμοθεωρίες είναι πιο βολικές, φοριούνται καλύτερα, ταιριάζουν με τα χρώματα του φόβου και τον τρόμου της σημερινής ατμόσφαιρας, δένουν καλύτερα με το δόγμα του “σοκ και δέος” που εφαρμόζουν οι κατοχικές κυβερνήσεις εδώ και στον υπόλοιπο κόσμο. Είναι ευκολότερο να τα βάλεις με τους άλλους από το να κινηθείς ο ίδιος. Είναι ισχυρότερα τα αντανακλαστικά της αυτοσυντήρησης και της επιβίωσης από την επίκτητη συνήθεια της συντροφικότητας, της συλλογικότητας και της αλληλεγγύης.

Βλέπω πολύ σκοτάδι πριν να έρθει το φως. Αυτό όμως που με τρομάζει είναι η αίσθηση ότι μόνος βλέπω το σκοτάδι και μόνος ονειρεύομαι το φως. Αδυνατώ να βρω και δυσκολεύομαι να επιστρατεύσω την δύναμη να αναζητήσω συμμέτοχους και συνένοχους. Είναι γιατί τριγύρω όλες οι συλλογικότητες μυρίζουν μούχλα από το μακρύ παρελθόν. Όλα τα μορφώματα γύρω από τα οποία θα μπορούσε κανείς να αναζητήσει ένα αποκούμπι συλλογικότητας μυρίζουν ναφθαλίνη που συντηρεί παλιά και πολυφορεμένα ρούχα. Μοιάζει σαν να ετοιμαζόμαστε, αργά και βασανιστικά, για έναν μεγάλο ιδεολογικό και κοινωνικό πόλεμο και να έχουμε ξυπνήσει όλα τα φαντάσματα του παρελθόντος για να μας συνδράμουν. Φοβάμαι μήπως κάποια μέρα ξυπνήσουμε και στην δίνη των γεγονότων αναγκαστούμε να βρούμε καταφύγιο δίπλα στα φαντάσματα από το παρελθόν.

Μόνη παρηγοριά που απομένει είναι η δύναμη της ζωής και η δύναμη των ανθρώπων, όταν καταφέρουν να κοιτάξουν μέσα τους. Μπορεί τα κράτη, οι επιχειρήσεις και οι τράπεζες να χρεοκοπούν αλλά αυτό που ποτέ δεν χρεοκόπησε, αυτό που ποτέ δεν έχασε την αξία του ήταν η δύναμη των ανθρώπων όταν η μόνη δύναμη που τους απομένει είναι αυτή της ανθρωπιάς. Αυτή η δύναμη κράτησε το μέτωπο των ανθρώπων ψηλά μέσα σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, σε τόπους εξορίας, σε χαλάσματα και μεγάλες καταστροφές. Θα ήταν κρίμα ότι δεν λύγισε μπροστά σε δήμιους, κανόνια και φωτιά να λυγίσει μπροστά σε τοκογλύφους, κατοχικές κυβερνήσεις, σε ομόλογα και επιτόκια.

Ξέρω, είναι δύσκολο για πολλούς ανθρώπους να προβάλλουν στο μέλλον το αβέβαιο παρόν μας. Ωστόσο στην αβεβαιότητα κάθε εποχής υπάρχει πάντα η σιγουριά και η βεβαιότητα που έγκειται στα έσχατα της ανθρώπινης ύπαρξης. Όταν θα έρθει η μεγάλη ώρα στα χέρια των πολλών θα είναι τα πράγματα και η ροή της ιστορίας. Τότε μονάχα ο έρωτας θα ζήσει...

ΓΠΚ
Υ.Γ. 1:
Σταμάτα να καυχιέσαι πως όλα τα είδες
είναι μεγάλη η διαδρομή
το μέτωπο σου δειλιάζει να χαράξει ρυτίδες
σε μια μικρούλα έχεις φωλιάσει ρωγμή
αυτού του κόσμου που ονειρεύεται ακόμα
να γίνει ένα αιώνιο, απέραντο μνήμα
στάσου και φτύσε στου χρόνου το γιόμα
ότι σκεφτείς εδώ είναι όλα χύμα.
Δέσου καλά στο κατάρτι και ασ' τις σειρήνες
να σε φωνάζουν, να σου τάζουν πολλά
άσε τα χρόνια, άσε τους μήνες
να σε γεράσουν όπως ξέρουν καλά
άσε τις μέρες αυτές να σε γεμίσουν φωτιά
έχουνε μνήμη καλή και μας χρεώνουν
μας στέλνουν πίσω της μετάνοιας τα χαρτιά
μας αγαπούν και μας τελειώνουν.

Μέρες παράξενες, θαυμάσιες μέρες
θα μείνω εδώ δεν έχω που να κρυφτώ.
Μέρες παράξενες, θαυμάσιες μέρες
δε προλαβαίνω ούτε καν να σκεφτώ.

Γι' αυτό σου λέω είναι βαριά τιμωρία
να θέλει η νιότη σου να τρέξει μπροστά.
Πείσε την πρώτα ότι δε κάνει αγγαρεία
κι ύστερα τράβα απ' αυτήν χωριστά.
Τρέχα και βρες τις μεγάλες φοβέρες
έχουν κουρνιάσει μες στις ψυχές
και τραγουδούν τις παράξενες μέρες
δίπλα στις τύψεις και οι ενοχές
γίνανε λόγια απλά κι αυτές με φαντασία
γι' αυτό περίεργα απόψε, δε στο 'πα
δεν ικετεύουνε πια γι' αθανασία
με προσευχές και παράξενα κόλπα.
Μη ξεχνάς και μη κερνάς αδικία
τώρα πια ανθρώπους και στιγμές
κράτα στην πάρτη σου τη πιο μεγάλη κακία
είναι θαυμάσιες οι μέρες αυτές.

Μέρες παράξενες, θαυμάσιες μέρες
ψάχνω κουράγιο μήπως και ονειρευτώ
Μέρες παράξενες, θαυμάσιες μέρες
καλή ευκαιρία μήπως και μαγευτώ.
Μέρες παράξενες, θαυμάσιες μέρες
έτσι μπράβο να σ'ακούω να μιλάς.
Μέρες παράξενες, θαυμάσιες μέρες.
Τι ωραίο να κλαις και να γελάς.
Μέρες παράξενες, θαυμάσιες μέρες.
Να ονειρεύεσαι, να μη ξεχνάς.
Μέρες παράξενες, θαυμάσιες μέρες.
Να μη φοβάσαι και να γερνάς.

Active Member


Υ.Γ. 2: Σύντροφοι στο χωριό έχουμε πατάτα। Όποιος θέλει να δει πως φυτρώνει η ζωή μέσα στο βράχο μπορεί να έλθει στο μάζεμα. Η εμπειρία θα σας φανεί χρήσιμη στο μέλλον.

Υ.Γ. 3: Η πρώτη επίσκεψη στην κατοχική Αθήνα μου δημιούργησε τον φόβο ότι οι κάτοικοι της θα αντιληφθούν τα γεγονότα κατόπιν εορτής, ένα βράδυ που θα σχολούν από τα κάτεργα που ο καθένας έχει επιλέξει.

Υ.Γ. 4: Μόνο ο Μορφέας είναι διαθέσιμος και μπορεί να κυκλοφορεί στην Αθήνα με σκοπό την διασκέδαση και την επικοινωνία; Και δεν είναι ΚΑΝ Αθηναίος!

Τετάρτη, 17 Νοεμβρίου 2010

Με μάτια σκυμμένα στο χώμα, θ'αναρωτιέσαι τι δεν πήγε καλά ...

Μία ανεπίδοτη επιστολή με αφορμή τα 37 χρόνια από το Νοέμβρη του 1973, της Νίνας Γεωργιάδου

16/11/2010 - 11:59

ΑΝΕΠΙΔΟΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ

Αγαπημένε μου Διομήδη,





δεν έχω καμιά ελπίδα πως το γράμμα μου θα φτάσει σε σένα.


Είμαι πια μεγάλο παιδί και το παραμύθι για αναστημένους νεκρούς και επουράνιους παράδεισους είναι από χρόνια καταχωνιασμένο στο σεντούκι της παιδικής μου αφέλειας.


Όχι πως έχω πάψει να είμαι αφελής. Δε θέλω να παρεξηγηθώ. Ίσα-ίσα μάλιστα και τώρα που σου γράφω από μιαν αφέλεια κρατιέμαι για να μην καταρρεύσω.


Δεν περιμένω όμως πως θα σε βρει κάπου ο ταχυδρόμος, πολύ περισσότερο στον παράδεισο. Οι παραδεισένιες θέσεις κοστίζουν χρυσάφι και απευθύνονται σ’ αυτούς που τις πληρώνουν μετρητοίς και τις καταχωρίζουν στο Ε9 με τη βοήθεια βατοπεδινών προσευχών. Κι έπειτα όλοι αυτοί οι καλοί και φερέγγυοι αγοραστές του παράδεισου έχουν τόσο ευτραφή καπούλια που πιάνουν πάνω από δυο θέσεις ο καθένας, με εξαίρεση τον Πάγκαλo, που, μαζί με τα 58 ακίνητα του στο μάταιο τούτο κόσμο, για το επέκεινα έχει κατοχυρώσει ολόκληρο τριθέσιο καναπέ στο πάνθεον των υποψήφιων αγγέλων.


Το μόνο επουράνιο που έμεινε για όσους πορευόμαστε με δάνεια, είναι το γκρίζο πηκτό σύννεφο πάνω απ’ την Αθήνα, μια μαύρη τρύπα και λίγη χωμάτινη βροχή. Χωρίς να συνυπολογίσει βέβαια κανείς την κόλαση που ζούμε, η οποία όμως δεν είναι επουράνια, είναι απολύτως κατουράνια ή μάλλον εντελώς επίγεια.


Φοβάμαι λοιπόν πως κι αυτή η επιστολή μου θα επιστραφεί ως ανεπίδοτη, εκτός αν βρει παραλήπτες όσους κράτησαν την εικόνα σου στη συνωστισμένη, από απώλειες, μνήμη.


Με την ευκαιρία ήθελα να σου πω να μην παρεξηγηθείς αν αυτοί που σε θυμούνται, δεν είναι όσοι θα ‘πρεπε.


Σ’ αυτούς τους μεταμοντέρνους καιρούς που δεν πρόλαβες να ζήσεις, μας περνούν όλους τακτικά από το καθαρτήριο της μνήμης για να ξεχάσουμε ελπίδες, ιστορικούς παραλληλισμούς, ποιητές, τους χαμένους φίλους, το πανανθρώπινο όνειρο, το βουητό των δρόμων που σαλεύουν, τη γεύση της άγουρης προσδοκίας και της ώριμης απαίτησης, το σχήμα και τον ήχο του γέλιου, ακόμα και τα ίδια τα παιδιά μας.


Η θεραπεία είναι αρκετά αποτελεσματική! Αφού να φανταστείς, όταν βλέπουμε πια κάποιον να γελάει, ξέρουμε πως είναι βαριά αθεράπευτος και επιστρατεύουμε τις μάσκες που μας έμειναν από την πανδημία των χοίρων. Όσες φορές οι αποθεραπευμένοι αισθανόμαστε την ανάγκη του γέλιου, όπως στη διάρκεια της διακαναλικής του, τρόπος του λέγειν, πρωθυπουργού μας ή τώρα στις προεκλογικές ομιλίες των καλλικρατικών, σκάμε στα κλάματα.


Και στη λήθη που αφορά τα παιδιά μας έχουμε πολύ καλά αποτελέσματα. Να σκεφτείς μόνο πως ενώ μια ολόκληρη γενιά – τι λέω εγώ – και την επόμενη και την ακόμα πιο μετά, τις ρίχνουν στα σκουπίδια, εμείς κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε. Ούτε κι εσύ βέβαια καταλαβαίνεις τι σου λέω γιατί έμεινες στην εποχή που η Ελλάδα αντιμετώπιζε τάχα δημογραφικό πρόβλημα, Ε, λοιπόν σε πληροφορώ ότι και τα λίγα παιδιά που γεννήσαμε πρέπει τώρα να τα πετάξουμε στη χωματερή γιατί κοστίζουν στη σωτηρία της πατρίδας. Η τρόπος του λέγειν κυβέρνησή μας τους δίνει μια ακόμα ευκαιρία μέσα από τη συλλογική σύμβαση των 560 ευρώ, να επιβιώσουν τα 45 παραγωγικά χρόνια του βίου τους.


Τέλος πάντων , μη σε ζαλίζω με εντελώς ευτελή και βαρυστόμαχα πράγματα, που εμείς στο κάτω-κάτω τα έχουμε χωνέψει.


Πάντως , κοντά στις άλλες ψευδαισθήσεις που συνεχίζουν να με βασανίζουν, εγώ θα κάνω σαν να πρόκειται να πάρεις στα χέρια σου το γράμμα μου. Μάλιστα είναι σαν να σε βλέπω μπροστά μου, ολοζώντανο. Πριν αρχίσεις να διαβάζεις την παρούσα ασυνάρτητη επιστολή, καθαρίζεις με την άκρη της μπλούζας σου τα μεγάλα γυαλιά σου. Κι ας ξέρω πως έγιναν θρύψαλο όταν έπεσες στην άσφαλτο.


Και κοίτα τώρα πόσο ασυνάρτητη έχω πια γίνει, που κλαίω για ένα ζευγάρι σπασμένα γυαλιά.


Δεν ξέρω αν ως εδώ σου έδωσα λίγο να καταλάβεις πώς είναι η ζωή μας σήμερα, τριανταεφτά χρόνια από τότε που ‘φυγες. Έχουμε αλλάξει κι εντελώς τους κώδικες επικοινωνίας. Να, για παράδειγμα, όταν εσύ φώναζες ΨΩΜΙ-ΠΑΙΔΕΙΑ-ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, με το ψωμί τι εννοούσες ακριβώς;
Υποθέτω, να μην υπάρχουν άνθρωποι που το στερούνται. Ε, με χαρά σε πληροφορώ πως ένας στους έντεκα Έλληνες δικαιούται τουλάχιστον δύο φέτες ψωμί στα δημόσια συσσίτια, τρεις στους έντεκα το ζυμώνουν μόνοι τους γιατί έρχεται φτηνότερα, τέσσερεις στους έντεκα μπορούν ακόμα και αγοράζουν φρατζόλες διατίμησης, και δύο στους έντεκα δεν το τρώνε γιατί παχαίνει. Πιθανόν να σου προξενεί εντύπωση η ποσόστοση με βάση το έντεκα και η απουσία από το συνολικό άθροισμα του ενός. Αυτός ο ένας είναι μετανάστης, πρόσφυγας μπορεί και γύφτος, με λίγα λόγια ένας από αυτούς τους λαθρόβιους που μοιάζει σαν να το κάνουν επίτηδες να είναι κυνηγημένοι από τον πόλεμο ή τη φτώχεια, μόνο και μόνο για να σπάνε τα νεύρα του Άδωνη.


Και γι αυτούς όμως μετά το ξύλο, τις διαπομπεύσεις, τον εξευτελισμό πάντα βρίσκονται λίγα φιλεύσπλαχνα ψίχουλα στη χώρα που γέννησε τον ξένιο Ζευ.
Άρα, αγαπημένε μου Διομήδη, ως προς το ψωμί, ο αγώνας σου δικαιώθηκε.


Στο σκέλος της παιδείας τα πράγματα είναι ακόμη καλύτερα. Τώρα, ως και τα εξάχρονα έχουν τουλάχιστον δέκα ώρες παιδεία στα ολοήμερα ιδρύματα και αν συνυπολογίσει κανείς και τις ώρες μελέτης στο σπίτι, υπερβαίνουν τις δώδεκα. Έτσι, θα είναι έγκαιρα και απολύτως προσαρμοσμένα στο μετέπειτα δωδεκάωρο εργασιακό τους ωράριο. Τα μεγαλύτερα ξεπερνούν, όπως είναι φυσικό, τις δώδεκα ώρες σε άθροισμα παιδείας-παραπαιδείας, πράγμα λογικό και απαραίτητο στην εποχή της έκρηξης της γνώσης. Βέβαια αυτή η έκρηξη αποβαίνει πολλές φορές μοιραία. Οι δυσπροσάρμοστοι έφηβοί πάσχουν μαζικά από κατάθλιψη, ενώ τα εξάχρονα αποκτούν πρόωρα τικ παρότι προέβλεψαν γι αυτά την ηλεκτρονική αλάνα.


Η οπωσδήποτε σοσιαλιστική και τρόπος του λέγειν κυβέρνησή μας έχει μάλιστα καθιερώσει τη δια βίου μάθηση κι έχει ενισχυθεί, έτσι, η επιχειρηματικότητα. Είναι τόσο συγκινητικό να βλέπεις να τονώνεται η αγορά, να ανοίγουν νέα μαγαζιά εμπορίας γνώσεων, σε ποικίλες συσκευασίες (one size, transsexual, μιας χρήσης, για μεγάλα μεγέθη κλπ) διαψεύδοντας πανηγυρικά όσους αθεράπευτα αντικαθεστωτικούς μιλάνε για πανδημία λουκέτων.


Αν τώρα σε όλα αυτά προσθέσει κανείς την ευρύτερη παιδεία που προσλαμβάνει μέσα από τους τηλεοπτικούς δέκτες ο πολίτης κάθε ηλικίας , από το τρυφερό βρέφος ως τον ώριμο ανασφαλή του ΙΚΑ, έχουμε ένα πλέγμα παιδείας από το οποίο δύσκολα ξεφεύγει κανείς


Άρα, αγαπημένε μου Διομήδη, ως προς το σκέλος πεδία, όχι παιδοία, συγνώμη πεδύα, τέλος πάντων παιδεία ήθελα να πω, δεν θα είχες σήμερα κανένα απολύτως παράπονο.


Στο τελευταίο μέρος του τρίπτυχου αιτήματος – την ελευθερία – η δικαίωση ξεπερνά κάθε φαντασία. Φτάνει να σου πω ότι δεν υπάρχει πια υπουργείο δημόσιας τάξης!


Ναι, ναι, ξέρω ότι δυσκολεύεσαι να το πιστέψεις, παρ’ όλα αυτά είναι μια πραγματικότητα. Περιττεύει στις σημερινές συνθήκες ώριμης στάσης του πολίτη το υπουργείο που είχε ταυτιστεί με τη δίωξη του φρονήματος, τη λογοκρισία, το σάπισμα στο ξύλο κλπ κλπ.


Τώρα έχουμε υπουργείο προστασίας του πολίτη!


Μόνο αυτό σου λέω: όταν κάποιος παραμένει ασυγχώρητα ανώριμος, πέφτει μόνος του πάνω στις ζαρντινιέρες και μωλωπίζεται μέχρι να αισθανθεί ότι ωρίμασε. Δεν είναι συγκλονιστικό; Ένας σοφός συνδυασμός της πράσινης ανάπτυξης και της ωρίμανσης του πολίτη. Βέβαια η ζαρντινιέρα μετά γίνεται μια αηδία, αλλά όλα έχουν ένα κόστος. Όχι, χαρακίρι ακόμα δεν κάνουμε, φαντάζομαι όμως πως είναι θέμα χρόνου. Σε κάποιες (ευτυχώς σπάνιες) ακραίες περιπτώσεις, οι θεματοφύλακες της δημοκρατίας ψεκάζουν τους απείθαρχους με παρασιτοκτόνα, όπως έκανε η μάνα σου με την τριανταφυλλιά που είχε στο δίμετρο μπαλκόνι και που τελικά μαράθηκε γιατί δεν είχε πια κουράγιο ούτε να την ποτίσει από τότε που ‘φυγες.


Α, να μην το ξεχάσω! Θυμάσαι την ταλαιπωρία για μια φωτογραφία ταυτότητας στην εποχή σου της ισχνής τεχνολογίας; Ε λοιπόν άκου. Κάθε δέκα μέτρα τώρα μια υπερσύγχρονη κάμερα σου τραβάει δέκα φωτό το δευτερόλεπτο. Αυτό είναι λίγο αγχωτικό βέβαια. Πρέπει να προσέχεις συνέχεια την πόζα σου γιατί δεν είναι και ωραίο να βγαίνεις στην αναμνηστική σαν παρασάνταλο. Εγώ πάντως προσέχω. Περπατώ συνέχεια στητή, μ’ ένα ελαφρά αινιγματικό και συνάμα αδιόρατα σεξουαλικό χαμόγελο γιατί είναι η πόζα που μου πάει. Πάντα βέβαια υπάρχουν και οι κομπλεξικοί που επικρίνουν το μέτρο. Υποθέτω βάσιμα γιατί τους λείπει η φωτογένεια.


Και επιπλέον. Τώρα, με την ανάπτυξη της κινητής τηλεφωνίας και του ΓΟΤΕ (Γερμανικός Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδας) ναι, ναι του πάλαι ποτέ ΟΤΕ, το καθεστώς μάς έχει εφοδιάσει με εύκολης απομνημόνευσης τετραψήφια νούμερα στα οποία μπορεί ο υπεύθυνος πολίτης να αναφέρει όσους καπνίζουν, όσους γελάνε, όσους ελπίζουν. Διαβάζοντάς το, φαντάζομαι πόσο παλιομοδίτικη θα σου φανεί και σένα η μαύρη κουκούλα.


Αν όλα αυτά δεν αποδώσουν, τους - ευτυχώς ολοένα και λιγότερους - ταραξίες, το υπουργείο προστασίας του πολίτη τους παραπέμπει στο λαϊκό δικαστήριο των τηλεπαράθυρων, όπου εκεί πια διαπομπεύονται ολοκληρωτικά από τους ξεφωνημένα αντικειμενικούς δημοσιογράφους που τώρα ασκούν και το λειτούργημα των διαφωτιστών της νέας εποχής, σε συνεργασία βέβαια πάντα με τους πολιτικούς λειτουργούς. Ειδικά όσοι έχουν την τύχη να τους παραλάβει για διαφώτιση ο Καψής με την ευθύβολη κριτική του ή ο Πάγκαλος – μ’ εκείνη τη γουργουριστή από το υγροποιημένο λίπος φωνή του – τους σιχαίνεται και η μάνα τους. Τόσο ανώφελους και επιζήμιους τους παραδίδει η επιχειρηματολογία τους στην ώριμη κοινή γνώμη.


Η κατάκτηση της ελευθερίας είναι πλέον τόσο εμπεδωμένη ώστε - θα σου το πω και μη σκάσεις κι εσύ στα κλάματα - στη φετινή πορεία του πολυτεχνείου μπροστάρης θα είναι, ως παλαίμαχος της εξέγερσης, ο ίδιος ο υπουργός του υπουργείου προστασίας του πολίτη, μαζί με τον Ανδρουλάκη που η κατεύθυνση του λυκοπιάσματός του τον βοηθά να ατενίζει πάντα μπροστά, με αισιοδοξία προς το μέλλον, καθώς και μια τιμητική φρουρά τουλάχιστον δέκα χιλιάδων ένστολων.


Δυστυχώς, σύμφωνα με βάσιμες αν και ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες, στην πορεία δε θα συμμετάσχει ο τρόπος του λέγειν πρωθυπουργός της τρόπος του λέγειν χώρας γιατί είναι κουρασμένος από το μαραθώνιο στον οποίο τον χτύπησαν τα καινούρια πορτοκαλί σκαρπίνια.


Με δικαιωμένο λοιπόν συνολικά το κύριο σύνθημα της εξέγερσής του Νοέμβρη ,πιστεύω αγαπημένε μου Διομήδη, να αισθάνεσαι κι εσύ δικαιωμένος.
Έτσι αισθάνθηκαν και κάποιοι από τους συμμετέχοντες στην ‘αυλή του φθινοπώρου’ και δικαιολογημένα εξαγόρασαν το αίμα μιας ολόκληρης γενιάς με μια θέση ευρωπαϊκού επιτρόπου, υπουργού, βουλευτή, γενικού γραμματέα και ούτω καθεξής.


Γι αυτό σου εξήγησα πώς έχει σήμερα η κατάσταση, για να μη βιαστείς να τους χαρακτηρίσεις ενεχυροδανειστές της ιστορίας ή παραχαράκτες ή πουλημένους ή γιαλαντζί επαναστάτες.


Ίσα-ίσα μάλιστα που και σήμερα δίνουν έναν αγώνα για τη σωτηρία της πατρίδας, η οποία παρέλειψα να σου πω ότι περνά δυσκολούτσικες ώρες.


Στο λέω έτσι χαϊδευτικά για να μη σε τρομάξω. Όχι τίποτα φοβερό, όχι. Μη βάζεις κακό με του νου σου. Απλώς έχουμε χρεοκοπήσει, ξαναγίναμε αποικία του κερατά, μετά τους Αμερικάνους οι Γερμανοί ξανάρχονται, οι μισθωτοί γίνανε σκλάβοι, οι μεροκαματιάρηδες κατατάσσονται στο μεγάλο στρατό της ανεργίας, οι συντάξεις εξαερώνονται, στα νοσοκομεία χειρουργούν χωρίς αναισθητικό, οι δανειολήπτες αυτοκτονούν, τα παιδιά μας τα ρίχνουμε στη χωματερή (αυτό στο είπα ήδη), οι γέροι ψάχνουν για παράταιρα παπούτσια και σάπια λάχανα στα σκουπίδια, η χώρα μοιράζεται σε δεκατρία καντόνια, ή πασαδιλίκια ή σατραπείες, ή περιφέρειες, ο δημόσιος πλούτος έχει ξεπουληθεί και όσος απέμεινε είναι στις μικρές αγγελίες της χρυσής ευκαιρίας, ο Γιωργάκης μας απειλεί με εκλογές, πέντε μέτρα πιο κάτω απ’ το πολυτεχνείο οι χρυσαυγίτες γίναν δημοτικοί σύμβουλοι, όλοι είμαστε πολύ χαρούμενοι και ανεβασμένοι και σκάμε από τα κλάματα κι εγώ παράλληλα φροντίζω να κρατώ αυτό το ελαφρά αινιγματικό και συνάμα αδιόρατα σεξουαλικό χαμόγελο μου.


Αγαπημένε μου Διομήδη,


σου έγραψα αυτό το γράμμα πριν ολοκληρωθεί η θεραπεία μου στο καθαρτήριο της μνήμης και σε ξεχάσω εντελώς.


Συγχώρεσέ μου τους δυσνόητους νεολογισμούς αλλά πρέπει να ξεφύγω από την ξύλινη γλώσσα, πρέπει να συμβαδίσω με την εποχή μου. Με πολύ κόπο, νομίζω ότι το έχω καταφέρει. Σου περιέγραψα με αδρές γραμμές τη χώρα που θα ζούσες αν δεν βιαζόσουν τόσο να φύγεις, χωρίς να αναφέρω ούτε μια φορά τη λέξη ιμπεριαλισμός, εκμετάλλευση, πλουτοκρατία. Δεν είπα καν μια φορά τη λέξη μαλακία. Πώς θα μπορούσα άλλωστε αφού η ζωή μας σήμερα δεν έχει πια σχέση με όλ’ αυτά.


Φίλα μου τον Ιάκωβο, τη Σταματίνα, το Νίκο, το Μιχάλη, τον Αλέξη και όσους έφυγαν πρόωρα από εξοστρακισμό, εκπυρσοκρότηση ή σιδηρολοστό. Πες το σε όλους να χαρούν, πως ο αγώνας επιτέλους δικαιώθηκε.


Δεν θα σου στείλω το γράμμα με κούριερ γιατί φοβάμαι μην το απενεργοποιήσουν.


Θα το βάλω σ’ ένα μπουκάλι και θα το αφήσω να αρμενίζει στη ρυπαρή θάλασσα, ελπίζοντας πως με τόσα εκατομμύρια ναυαγούς, κάποιος θα το βρει και θα στο επιδώσει.




Νίνα Γεωργιάδου




16 Νοέμβρη, 2010

http://www.alfavita.gr/




Δευτέρα, 15 Νοεμβρίου 2010

Παναγιώτατε;

Αν συνεχίσεις να λες αυτά που λες για εμένα, δήμαρχος δεν εκλέγεσαι. Να ξέρεις ότι αν δεν ανακαλέσεις, όσο ζω θα σε πολεμάω και δεν πρόκειται να δεις δήμο σε όλη σου τη ζωή


Είμαι τεράστιος, είμαι ουρανός, είμαι ο ένας ο σπουδαίος και ο λατρεμένος
Δεν είμαι απόμακρος, ούτε ψυχρός, μπροστά απ' τις κάμερες σου γνέφω λιγωμένος
Είμαι ένας άξεστος, είμαι ένας θριάμβος, είμαι ασταμάτητα ερωτοχτυπημένος
μη με φοβάσαι, μη με φοβάσαι,
είσαι δικιά μου όσο πιο βαθιά κοιμάσαι
Κύριε ευλόγησε τις ζόρικες καριέρες μας και τα κρυφά πολυτελή μας καταφύγια
Με δόξα στόλιζε τις νύχτες και τις μέρες μας, να ξελογιάζουμε νεκρά ακροατήρια
Κύριε σήκωνε ψηλότερα τις μύτες μας, κάνε τα μούτρα μας να αστράφτουνε μυστήρια
Με χρήμα γέμιζε τις μέρες και τις νύχτες μας να ξελογιάζουμε νεκρά ακροατήρια
Είμαι Θεός, σκιά λαμπερή
Είμαι Θεός, μια ανοιγμένη πληγή

Είμαι υπέροχος και ταπεινός, ο ήρωας ολονών ο αγαπημένος
Είμαι ευαίσθητος και τρυφερός, όποιο σκουλήκι με ενοχλεί στο διάολο το στέλνω
Είμαι ένας άξεστος, είμαι ένας θρίαμβος, είμαι ένας θρίαμβος χρυσός και πλατινένιος
Όσοι κι αν είστε σας περιμένω, για την πατρίδα και την τέχνη απ' την κούνια μου φτιαγμένος
Κύριε ευλόγησε τις ζόρικες καριέρες μας και τα κρυφά πολυτελή μας καταφύγια
Με δόξα στόλιζε τις νύχτες και τις μέρες μας, να ξελογιάζουμε νεκρά ακροατήρια
Κύριε σήκωνε ψηλότερα τις μύτες μας, κάνε τα μούτρα μας να αστράφτουνε μυστήρια
Με χρήμα γέμιζε τις μέρες και τις νύχτες μας να ξελογιάζουμε νεκρά ακροατήρια
Είμαι Θεός, σκιά λαμπερή
Είμαι Θεός, μια ανοιγμένη πληγή


Ξημερώνει... Που να κρυφτώ; Μα δεν αντέχω, δεν αντέχω, δεν αντέχω τόσο φως.

Παρασκευή, 12 Νοεμβρίου 2010

Κάνε πίσω ήρθε ο καιρός να ξεχάσεις - Patty

Αφιερωμένο στους εξεγερθέντες νέους στο Λονδίνο. Σημειώστε ότι το μέλλον των κινητοποιήσεων υποχρεωτικά θα περάσει από κει.



Ψήφος στα "βλαμμένα": το Κουτί της Πανδώρας

12/11/2010

της Ρίκας Βαγιάνη

Σε μια απέλπιδα προσπάθεια να γεμίσουν τα άδεια σακούλια με λαχταριστά ψηφο-φασούλια, υποψήφιοι και κόμματα απευθύνουν συγκινητικά διαγγέλματα στη νεολαία.
Αυτό που λένε είναι: «Κάνουμε έκκληση στο πιο ζωντανό κομμάτι της Ελλάδας, τα νιάτα μας και τα καλούμε να πάρουν στα χέρια τους τις τύχες του τόπου». Αυτό που εννοούν είναι: «έχουμε πάθει το χουνέρι της αρκούδας, το πελατειακό-κομματικό μαγαζάκι μας κλείνει, ξεμένουμε από πελάτες, τσακιστείτε κωλόπαιδα να ρίξετε καμιά ψήφο, κακομαθημένα, ηλίθια, που μου θέλετε και αποχή, βλαμμένα, έ βλαμμένα». Ή, κάπως έτσι. Μην κοροϊδευόμαστε και μεταξύ μας.
Να ‘μαστε λοιπόν, τραγική ειρωνεία, να πέφτουμε στην ανάγκη τους. Τα γεννάμε χρεωμένα. Τα μεγαλώνουμε μέσα στα νεύρα. Τα ταΐζουμε σκουπίδια. Τα μαθαίνουμε παπαγαλία, αντί για γράμματα, τα διδάσκουμε κουραδομαγκιές κι όχι αυτάρκεια. Τα βάζουμε να καταναλώνουν γαβγίσματα αντί για μουσική, ντόπα αντί για αθλητισμό, βρώμα, αντί για φύση. Τους υποθηκεύσαμε τις σπουδές, τη γλώσσα, το μέλλον, τα ίδια τους τα νιάτα και τώρα;
Τώρα τα παρακαλάμε να έρθουν να ψηφίσουν, να διατηρήσουν κάπως, με την αριθμητική τους συμβολή, την αξιοπιστία του συστήματος. Τα έχουμε τρομερή ανάγκη, βασικά, πεθαίνουμε χωρίς αυτά, όπως πεθαίνει κάθε χώρα αν της στερήσεις τα νιάτα της. Κάναμε πραγματικά, ό,τι περνούσε από το χέρι μας για να τα ακυρώσουμε ως εκεί που δεν παίρνει παρακάτω. Τα βαλσαμώσαμε στα κουτάκια με την ταμπέλα «νεανικά κοινά»: αυτά που, απλώς καταπίνουν τηλε-ώρες, για να τις εξαργυρώσουν αυτιστικά στο παιχνιδάδικο-αυτοκινητάδικο-πολυκαταστηματάδικο της επόμενης γωνίας. Για να διασκεδάσουμε, τα ντύναμε με τα καλά τους και τα στέλναμε στη Βουλή των Λοβοτομημένων Εφήβων, να βγάζουν λόγους-καρικατούρες των ηλιθιοτήτων που ακούν εδώ κι εκεί. Για να τα μαλώσουμε, τα ξεχέζαμε ως μπαχαλάκηδες, ανερμάτιστους, χούλιγκανς, συμμοριτάκια, πρεζόνια, ή, απλώς, ούφο. Στο τσακίρ κέφι, τραβάγαμε και κανένα κουμπούρι και τα καθαρίζαμε εν ψυχρώ, να μάθουν να βγάζουν γλώσσα, παιδάκια πράγμα.
Και τώρα; Σερνόμαστε στα πόδια τους, παρακαλώντας τα να περπατήσουν, έστω και σερνάμενα, μέχρι την κάλπη. Είναι τέτοια η απόγνωση των κομμάτων, που δεν κάθονται μισό λεπτό να σκεφτούν, τι πραγματικά μπορεί να γίνει αν, πάνω στην αναμπουμπούλα, καταφέρουν και «ξυπνήσουν», πολιτικά τουλάχιστον, τη νεολαία. Δεν τους έχει μιλήσει ποτέ κανείς για το «κουτί της Πανδώρας;» (σόρι Βάξ, δεν εννοώ την εκπομπή, ή το web-τσαρδί σου: Εννοώ το κανονικό, «κουτί», αυτό που άνοιξε η μικρή με τη χλαμύδα, και τους πήρε ο διάολος όλους μαζί τους αρχαίους).

Προσωπικά, δεν ξέρω τι πρέπει να φοβούνται περισσότερο οι μαρκετίστες της ψηφοθηρίας: το ενδεχόμενο να τους γράψουν στα παλιά τους οι πιτσιρικάδες και να μην εμφανιστούν-ούτε αυτήν την Κυριακή- στα εκλογικά τμήματα; Ή την πιθανότητα να εμφανιστούν; Και να μας πουν, φηφίζοντας, τι ακριβώς σκέφτονται για μας;
http://www.protagon.gr/










Παρασκευή, 5 Νοεμβρίου 2010

Σχόλιο για τις εκλογές - Τρομάξτε τους ήδη φοβισμένους δεσμώτες

Για τον φόβο
Και ο πιο μεγάλος φόβος μου
Φοβάται μη και δεν τον φοβηθώ.

“Πως τολμάς και νοσταλγείς τσόγλανε” του Γιάννη Αγγελάκα